«Τίποτα δεν χάνεται, όσο τουλάχιστον ένας άνθρωπος θυμάται»

Για την ημερίδα μακεδονικής γλώσσας και πολιτισμού στο ΠΑΜΑΚ και την αντιφασιστική κινητοποίηση

Γράφει η Κική Σταματόγιαννη

Το Σάββατο 14 Δεκέμβρη μια επιστημονική ημερίδα στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας (ΠΑΜΑΚ) στη Θεσσαλονίκη, εξελίχθηκε σε σημαντική αντιπαράθεση με τη μισαλλοδοξία και τις φασιστικές οργανώσεις της πόλης. Αλλά και σε εκδήλωση μνήμης και επανατροφοδότησης της ποίησης, των τραγουδιών και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς του μακεδονικού λαού, τόσο του τμήματός του που ζει σήμερα στη Δημοκρατία της Μακεδονίας, όσο και της μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα.

Αναφερόμαστε στην ημερίδα που οργάνωσε το Εργαστήριο Μελέτης του Πολιτισμού, των Συνόρων και του Κοινωνικού Φύλου από το Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών. Μια ημερίδα αφιερωμένη στη μακεδονική ποίηση και πολιτιστική κληρονομιά, που διοργανώθηκε με τη συνεργασία του Πανεπιστημίου «Κυρίλλου και Μεθοδίου» της πόλης των Σκοπίων.

Ο χώρος της ακροδεξιάς ξεσήκωσε, μέρες πριν, απίστευτο θόρυβο στα τοπικά ΜΜΕ στη Θεσσαλονίκη ενάντια στην ημερίδα, πιέζοντας για να ματαιωθεί ή έστω να μην πραγματοποιηθεί σε πανεπιστημιακό χώρο. Μέσα σε αυτό το κλίμα και ο ίδιος ο πρύτανης του ΠΑΜΑΚ κ. Κατρανίδης επιχείρησε να ελιχθεί με διπλωματικό τρόπο. Σε ανακοίνωση που έβγαλε την Παρασκευή 13 Δεκέμβρη κατά το απόγευμα, λιγότερο από ένα εικοσιτετράωρο πριν την έναρξη της ημερίδας, από τη μία ισχυριζόταν ότι οι πρυτανικές αρχές «σεβόμενες την ακαδημαϊκή ελευθερία δεν έχουν το δικαίωμα να απαγορεύσουν τη διεξαγωγή της ημερίδας», αλλά από την άλλη σημείωνε πως εντόπισε «σημαντικές αδυναμίες στη διοργάνωση της ημερίδας», γι’ αυτό και είχε ζητήσει από τη συντονίστρια να γίνει η ημερίδα «εκτός των εγκαταστάσεων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας».

 Όμως η εποχή που η ακροδεξιά μπορούσε να επιβάλει το διώξιμο «αντεθνικών» εκδηλώσεων από τον χώρο όπου είχαν αναγγελθεί, η εποχή που οι τραμπούκοι της «Καρφίτσας» και οι φονιάδες του Λαμπράκη έκαναν κουμάντο στους πανεπιστημιακούς χώρους της πόλης έχει πια περάσει, εδώ και πολλές δεκαετίες.

Το Σάββατο το μεσημέρι 14 Δεκέμβρη η ημερίδα στο ΠΑΜΑΚ ξεκινούσε κανονικά, σε ένα αμφιθέατρο γεμάτο κόσμο. Ήταν μια επιστημονική παρουσίαση άρτια οργανωμένη. Αλλά ταυτόχρονα και μια απόπειρα να επιβεβαιωθούν εκ νέου οι δεσμοί και η κοινή αντιφασιστική αγωνιστική ιστορία, τόσο του μακεδονικού όσο και του ελληνικού λαού.

Τις στιγμές που ακούγονταν τα μακεδονικά τραγούδια μέσα στην αίθουσα, ολόκληρο σχεδόν το κοινό της ημερίδας συμμετείχε τραγουδώντας με συγκίνηση και ενθουσιασμό τους στίχους στη μακεδονική γλώσσα.

Έξω από τον χώρο του ΠΑΜΑΚ, οι φασίστες του «Ιερού Λόχου», που επιχείρησαν να κάνουν αντισυγκέντρωση κοντά στον Λευκό Πύργο, με σκοπό να ματαιωθεί η ημερίδα, έμειναν στα κρύα του λουτρού.

Στο χώρο του Πανεπιστημίου Μακεδονίας υπήρχαν συνεχώς, για την προστασία της ημερίδας, αντιφασίστ(ρι)ες από τη φοιτητική παράταξη Αντίκα attack, την πολιτική οργάνωση Αναμέτρηση, τη Νέα Αριστερά και την εφημερίδα «Η Κόκκινη».

Η «απαγορευμένη γλώσσα», η παράνομη και κυνηγημένη για πάνω από έναν αιώνα μακεδονική γλώσσα, βγήκε από την αφάνεια και εμφανίστηκε με όλη τη λαμπρότητα και τη δύναμη της ματωμένης παράδοσής της, με όλη τη συγκίνηση, τη λαχτάρα και το χτυποκάρδι, που κουβαλά μαζί της όλα αυτά τα χρόνια.

Συγκίνηση για το τραύμα των πολιτικών προσφύγων, που μπορεί να είναι αόρατο, αλλά –δεκαετίες μετά τον ξεριζωμό- παραμένει ανεπούλωτο. «Το τραύμα με επέλεξε» είπε σε μια αποστροφή του λόγου της η συγγραφέας Κίτσα Κόλμπε, αναφερόμενη στις πληγές που κληρονόμησε από τους κυνηγημένους ανθρώπους της οικογένειάς της, που έτρεχαν να γλιτώσουν. Από τον πατέρα της, που πήγαινε όλη τη μετέπειτα ζωή του κάθε τόσο στα σύνορα εκλιπαρώντας τους συνοριοφύλακες να του επιτρέψουν να περάσει έστω για μία φορά στην Ελλάδα και να επισκεφτεί το προγονικό σπίτι. Να βρει το μέρος που θάφτηκε πάνω στο φευγιό η γυναίκα του. Μόνο στο όνειρό του μπορούσε να περάσει αυτά τα σύνορα. Μόνο στα όνειρά του γινόταν πουλί και διέτρεχε το έδαφος πάνω και πέρα από τον χρόνο. Παραμύθια, παιδικά τραγουδάκια, μνήμες γιαγιάδων ξαναζωντάνεψαν, ξαναψιθυρίστηκαν και ξανατραγουδήθηκαν μέσα σε μια πανεπιστημιακή αίθουσα. Και έγιναν έτσι η ποίηση και η λογοτεχνία ένα πολύτιμο γεφύρι ανάμεσα στους γείτονες λαούς. 

Και ήταν μέσα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, μέρα μεσημέρι.

*Μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο και στα μακεδονικά σε μετάφραση του Σωτήρη Μηνά στον παρακάτω σύνδεσμο.

2 σχόλια

Αφήστε απάντηση στον/στην Η “Κομμένη Γλώσσα” και οι ελπιδοφόρες εξελίξεις – Η ΚΟΚΚΙΝΗ Ακύρωση απάντησης