
Από τη πρώτη συζήτηση του 10ου αυτοοργανωμένου REclaim PRIDE – Thessaloniki την Πέμπτη 21 Μάη με τίτλο:
Queers and Feminists against War
Ιστορίες Αντίστασης: Γυναίκες, Κουήρ Ταυτότητες και Αντιπολεμικός Αγώνας
Μαρία Καστανίδου (Φεμινιστική συλλογικότητα VIRES)
Λαμβάνοντας υπόψη τη διεθνή συγκυρία του τελευταίου έτους, το φετινό αυτοοργανωμένο pride δεν θα μπορούσε παρά να υιοθετήσει έναν έντονα αντιπολεμικό πολιτικό χαρακτήρα. Από τη μία πλευρά, η γενοκτονία στην Παλαιστίνη συνεχίζεται αδιάκοπα, παρά τις αντιδράσεις του διεθνούς κινήματος, ενώ οι ΗΠΑ προκαλούν νέες πολεμικές εντάσεις με το Ιράν, ανοίγοντας ακόμη ένα μέτωπο που τροφοδοτείται από τις ιμπεριαλιστικές τους επιδιώξεις. Για αυτό και σήμερα θα ανατρέξουμε στους αγώνες του queer κινήματος που αναδύθηκαν στο παρελθόν ώστε να τονίσουμε την ποικιλομορφία των διεκδικήσεων που είχε ανά τα χρόνια η κοινότητα και την σημασία που είχε ο αντιπολεμικός χαρακτήρας τους, και να εμπνευστούμε από αυτούς και για τους δικούς μας αγώνες στο σήμερα.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν ανατρέχοντας στην ιστορική σύνδεση του αντιπολεμικού αγώνα με την ανάδυση των queer κινημάτων και τη διεκδίκηση της ορατότητας. Για να φτάσουμε σε αυτό το σημείο θα είναι απαραίτητο να σταθούμε στη δεκαετία του ’60, ειδικά στις ΗΠΑ. Μία περίοδο που αντιμετωπίζει τον απόηχο του β’ παγκόσμιου πολέμου, τις συνέπειες του πολέμου κατά της Κορέας, που ο φιλελευθερισμός ανθίζει και που ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει άλλη μία πολεμική τριβή ενάντια στο Βιετνάμ.
Παρά τις μακροχρόνιες ακαδημαϊκές αναλύσεις για τη δεκαετία του ’60, η στενή ιστορική αλληλεξάρτηση μεταξύ του αντιμιλιταριστικού κινήματος και του αγώνα για ισότητα και ορατότητα έχει υποστεί στρεβλώσεις. Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα, τα αντιπολεμικά κινήματα αντιμετωπίζονται συχνά ως κάτι, ξεχωριστό από τους αγώνες για τα κοινωνικά δικαιώματα, παρά την έντονη ιστορική τους συνάφεια.
Στην πραγματικότητα, η δράση του Gay Liberation Front (GLF) και η επίδραση του αντιμιλιταριστικού πνεύματος υπήρξαν καθοριστικές για τη δεκαετία του ’70. Κατά τη δεκαετία του ’60 στην Αμερική, η queer ταυτότητα διαμορφώθηκε σε άμεση συνάρτηση με το αντιπολεμικό ήθος, καθώς το ζήτημα του πολέμου δίχασε βαθιά την ίδια την κοινότητα. Όχι πολύ καιρό αφού οι βετεράνοι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου επέστρεφαν στην πατρίδα, το ξέσπασμα του πολέμου στο Βιετνάμ πυροδότησε έναν βαθύ διχασμό εντός της κοινότητας. Αυτό προέκυψε επειδή ήδη από την περίοδο μετά τον ΒΠΠ, οι στρατιώτες που εκδήλωναν ομοφυλοφιλικές τάσεις αντιμετώπιζαν υποτιμητικές απολύσεις ή εκδιώκονταν από το στράτευμα. Με την έναρξη του πολέμου στο Βιετνάμ, η ομοφυλοφιλία, πέρα από ψυχική νόσος, χαρακτηρίστηκε ως κίνδυνος για την ασφάλεια του στρατεύματος και συνιστούσε επίσημο λόγο αποστράτευσης.
Αυτή η αυστηρή πολιτική οδήγησε πολλούς ετεροφυλόφιλους στρατιώτες να δηλώνουν ψευδώς ομοφυλόφιλοι, επιχειρώντας να αποφύγουν τις ιμπεριαλιστικές βλέψεις του αμερικανικού κεφαλαίου που απαιτούσαν τεράστιες θυσίες σε ανθρώπινο δυναμικό και οικονομικούς πόρους. Ήταν η πρώτη φορά ιστορικά που ετεροφυλόφιλοι άνδρες δηλώνουν ομοφυλόφιλοι. Η κατάσταση αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από το πιο φιλελεύθερο κομμάτι της κοινότητας. Το αίτημα για ισότιμη στράτευση βρέθηκε στο επίκεντρο της δράσης ομοφυλοφιλικών οργανώσεων στο Σαν Φρανσίσκο, αλλά και ευρύτερων κινήσεων για τα ατομικά δικαιώματα. Ως εκ τούτου, οι αρχές της δεκαετίας του ’70 σφραγίστηκαν από τον αγώνα για το δικαίωμα των ομοφυλόφιλων να υπηρετούν στο στράτευμα με διακριτικότητα. Στο πλήθος των διαδηλωτών συμμετείχε σημαντικός αριθμός βετεράνων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Πολέμου της Κορέας, οι οποίοι είχαν προσωπική εμπειρία από τις επιπτώσεις μιας «μη τιμητικής» αποστράτευσης και τις γενικότερες διακρίσεις εις βάρος των ομοφυλόφιλων στρατιωτών μία από τις οποίες ήταν ο αποκλεισμός από τον οποιοδήποτε δημόσιο εργασιακό κλάδο. Οι συγκεκριμένες διακρίσεις στα στρατιωτικά σώματα δεν ήταν απλά ζήτημα ορατότητας ή περηφάνειας όπως πολλοί τείνουν να υποστηρίζουν. Αφενός η ανοιχτή παραδοχή ομοφυλόφιλων τάσεων οδηγούσε στην κοινωνική αποξένωση και την φτώχεια, ενώ η απόκρυφη ύπαρξη στον στρατό θεωρούνταν νομικό αδίκημα ανάλογο φυλάκισης.
Με πρωτοβουλία λοιπόν των τότε οργανώσεων, ξεκινά μία καμπάνια για την συγκρότηση μιας συλλογικής ταυτότητας εναρμονισμένη με τις παραδοσιακές αμερικανικές αξίες, στοχεύοντας στην απόδοση ενός αξιοπρεπούς προφίλ σε όσους το κατεστημένο αντιμετώπιζε ως «αξιολύπητους και οργισμένους» Η απάντηση στους περιορισμούς λόγω του υποτιθέμενου «κινδύνου» της ομοφυλοφιλίας στις ένοπλες δυνάμεις, το σύνθημα των οργανώσεων αυτών ήταν: «υπεύθυνη δράση από υπεύθυνους ανθρώπους με υπεύθυνους τρόπους». Η συγκεκριμένη κατεύθυνση διατυπώθηκε από την Κοινότητα Ατομικών Δικαιωμάτων του Σαν Φρανσίσκο (Society for Individual Rights), η οποία ιδρύθηκε το 1964 με όραμα την προβολή της «πραγματικής εικόνας» της ομοφυλόφιλης κοινότητας. Άλλες μορφές παρέμβασης ήταν διάφορες μπροσούρες με τίτλους όπως «τι να κάνω όταν έρθει το χαρτί», σε μία προσπάθεια των οργανώσεων να βοηθήσουν τους ομοφυλόφιλους άνδρες που θα καλούνταν να παρουσιαστούν, στο πως να διαχειριστούν την γνωστή “τελευταία ερώτηση”.
Στην αντίπερα όχθη της διχασμένης κοινότητας, αναδύεται μια ριζικά διαφορετική προσέγγιση τόσο για τον πόλεμο όσο και για τον αγώνα της ορατότητας και της ισότητας, με εντελώς διακριτούς όρους και επιδιώξεις. Η τάση αυτή μετουσιώνεται στο Gay Liberation Front (GLF), το οποίο έμεινε γνωστό για τη δράση του στις ΗΠΑ. Ιδρυόμενο μέσα στην ίδια δεκαετία του πολέμου, το GLF έρχεται σε πλήρη ρήξη με την παράδοση των προηγούμενων ετών που διεκδικούσε τη «διακριτική» ισοτιμία εντός του στρατεύματος. Αντιθέτως, απορρίπτει το αίτημα των ομοφυλόφιλων για στράτευση ως ηθικά και πολιτικά εσφαλμένο, προτάσσοντας την αποδέσμευση και αποστράτευση των ομοφυλόφιλων από τους πολεμικούς μηχανισμούς. Επιπλέον, το GLF αξιοποίησε τις αντιπολεμικές κινητοποιήσεις ως ένα ευρύτερο πεδίο δράσης για τη διάδοση της πολιτικής του ταυτότητας. Η συμμετοχή σε αυτές τις εκδηλώσεις πρόσφερε το απαραίτητο έδαφος ώστε η πολιτική τους πρωτοπορία να ανθίσει, δίνοντας την ώθηση για τη διεύρυνση των παρεμβάσεών τους μέσα από συνθήματα που συνέδεαν τον αγώνα για τα queer δικαιώματα με το αντιπολεμικό πρόσημο.
Οι μέθοδοι παρέμβασής τους παρουσίαζαν αρκετές ομοιότητες με τις σύγχρονες πρακτικές. Η πλέον συνήθης τακτική εφαρμοζόταν σε κοινωνικούς χώρους με βέβαιη την παρουσία queer υποκειμένων, όπως τα gay bars (με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Stonewall). Γεγονός που ανέδειξε ένα από τα πρώτα κριτήρια στράτευσης στον αγώνα, να είναι κανείς 21 χρονών και άνω. Μία αναγκαία διάκριση και για πρακτικούς λόγους της παρέμβασης τους αλλά και γιατί υπήρχε μεγάλος φόβος τα μεγαλύτερα μέλη να μην κατηγορηθούν για αποπλάνηση ανηλίκων και παιδοφιλία.
Εκεί, αλληλεπιδρούσαν άμεσα με την κοινότητα για την περαιτέρω προώθηση των στόχων τους. Βασική τους επιδίωξη ήταν η ενημέρωση και η κινητοποίηση ατόμων που ενδεχομένως δεν είχαν έρθει ακόμη σε επαφή με το GLF ή δεν ήταν εξοικειωμένα με τις επιδιώξεις του. Το GLF διαδραμάτισε, συνεπώς, κομβικό ρόλο στον επαναπροσδιορισμό της πολιτικής ατζέντας της κοινότητας κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ. Σε αντίθεση με τις προγενέστερες οργανώσεις, υπογράμμισε την επιτακτική ανάγκη για έναν αγώνα ορατότητας στη δημόσια σφαίρα, απορρίπτοντας το παραδοσιακό αίτημα για ισότιμη ένταξη των ομοφυλόφιλων στο στράτευμα και αντικαθιστώντας το με ένα αντιπολεμικό, αντιμιλιταριστικό και ριζοσπαστικό κίνημα.
Εν κατακλείδι, η δραστηριότητα και η παρουσία του GLF άφησαν ανεξίτηλο το σημάδι τους στην πολιτική κουλτούρα της διεκδίκησης για ισότητα, σφυρηλατώντας ταυτόχρονα ισχυρούς δεσμούς αλληλεγγύης και συντροφικότητας ανάμεσα στους ριζοσπάστες ομοφυλόφιλους σε ολόκληρη τη χώρα. Ενώ ταυτόχρονα έδωσε το ανάχωμα για ακόμα πιο επαναστατικές προσεγγίσεις όπως της Επιτροπή για την Ομοφυλοφιλική Ελευθερία η οποία συντάχθηκε στενά με το αντιπολεμικό κίνημα και άλλες νεολαιίστικες για την εποχή τους ατζέντες διαμαρτυρίας. Μέλη του CHF άρχισαν να διατυπώνουν μια νέα προοπτική για την ομοφυλοφιλική ανδρική ταυτότητα ,συμπεριλαμβανομένης της άποψης ότι η ομοφυλοφιλική απελευθέρωση ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με μια ευρύτερη διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού. Στις αρχές του 1969, μόνο μια περιθωριακή ομάδα ομοφυλόφιλων μαχητών υποστήριξε αυτήν την «επαναστατική» προσέγγιση. Μέχρι το τέλος του έτους, οι επαναστάτες της Ομοφυλοφιλικής Απελευθέρωσης είχαν ανατρέψει την ομοφυλοφιλική αντίληψη. Επιταχύνοντας μια διαδικασία που είχε ήδη ξεκινήσει. Όταν οι θαμώνες του Stonewall Inn αντιστάθηκαν σε μια συνηθισμένη επιδρομή της αστυνομίας της Νέας Υόρκης το καλοκαίρι του 1969, πυροδότησαν μια εξέγερση που έχει γίνει (με τα λόγια του D’Emilio) «ένα είδος queer συντομογραφίας για ένα μεγαλύτερο ιστορικό φαινόμενο: «τη δεκαετία του ’60».» που σήμερα εμείς με τον αγώνα ακτιβιστριών όπως η silvia rivera αποκαλούμε pride.
Ανασκοπώντας τη συγκεκριμένη ιστορική φάση και τον εσωτερικό διχασμό της κοινότητας, είναι αδύνατο να παραβλέψουμε την αυταπόδεικτη ανάγκη για τη σύγκλιση των αγώνων, για ένα πολυθεματικό. Πρόκειται για μια θεμελιώδη παραδοχή που είχαν εμπεδώσει πλήρως τόσο τα υποκείμενα της εξέγερσης του Stonewall και το GLF του Σαν Φρανσίσκο όσο και οι φιλελεύθεροι ομοφυλόφιλοι της κοινότητας για τα ατομικά δικαιώματα: ότι η μάχη για ορατότητα και ισότητα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με όλες τις υπόλοιπες.
Στόχος της δράσης μας στο σήμερα οφείλει να είναι η εξάλειψη της πλάνης ότι ο αγώνας για τα δικαιώματα αποτελεί ένα δευτερεύον ή μεμονωμένο μέτωπο. Αντιθέτως, συνιστά αναπόσπαστο σκέλος της συνολικής μας αντίστασης απέναντι σε ένα σάπιο σύστημα που έχει καταφέρει να μας καταπιέζει ποικιλοτρόπως.
Καθώς βιώνουμε μια συγκυρία που προσομοιάζει με τη δεκαετία του ’70 στις ΗΠΑ, η ανάδειξη της ταυτότητας και του αγώνα μας καθίσταται πιο επιτακτική από ποτέ. Παρατηρούμε με οργή τα δυτικά μέσα ενημέρωσης, και πρωτίστως των ΗΠΑ, να επιχειρούν θρασύτατα να νομιμοποιήσουν τα πολεμοχαρή τους σχέδια, βαφτίζοντάς τα «ειρηνευτικές αποστολές» για την προάσπιση των γυναικείων και queer δικαιωμάτων.
Πρόκειται για τους ίδιους κύκλους που εμμένουν δογματικά στη δυαδικότητα των φύλων, στερούν το δικαίωμα στην άμβλωση ως κομμάτι της υγείας και δαιμονοποιούν τις drag queens στα σχολεία, την ώρα που ανέχονται την οπλοκατοχή. Επιχειρούν, ουσιαστικά, να «ξεπλύνουν» μια γενοκτονία χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα τα δικά μας δικαιώματα. Τα δικαιώματα που κατακτήθηκαν με θυσίες και αγώνες ενάντια σε αυτούς τους κύκλους που δεν μας βλέπουν ως περισσότερο από κρέας στα κανόνια τους.
Σε τέτοιες περιόδους, η μαζική παρουσία μας στους δρόμους είναι η μόνη απάντηση. Πρέπει να καταστήσουμε σαφές ότι δεν θα ανεχτούμε τη διάνοιξη νέων πολεμικών μετώπων, και ειδικά όταν αυτά διεξάγονται υποκριτικά στο όνομά μας, και των δικαιωμάτων μας. Είναι επιτακτική ανάγκη σε τέτοιες περιόδους να παίρνουμε θάρρος από τους αγώνες του χθες και να συνεχίσουμε ακόμα πιο θαρρετά τους αγώνες σήμερα διότι κανένα μας δεν είναι ελεύθερο μέχρι να είμαστε όλα.
