
Ο Σωτήρης Μηνάς, μέλος της συντακτικής ομάδας της εφημερίδας «η Κόκκινη’, εξέδωσε πρόσφατα μια δίγλωσση ποιητική συλλογή με τίτλο «Раскинување на договорот»/«Λύση Συμβολαίου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Matiča Makedonska». Επιπλέον, έχει μεταφράσει στα ελληνικά το μυθιστόρημα “Μοναδικός Αριθμός Ταυτοποίησης” της Λίντια Ντίμκοφσκα. Παρότι δεν έχει μακεδονική καταγωγή, έμαθε με δική του πρωτοβουλία τη μακεδονική γλώσσα, ως πράξη αλληλεγγύης και φόρο τιμής στο συλλογικό τραύμα των Μακεδόνων. Ακολουθεί η συνέντευξη που έδωσε στη δημοσιογράφο Νέβενα Πόποφσκα με αφορμή τη συμμετοχή του στο διεθνές φεστιβάλ ποίησης «Ποιητικές βραδιές» στη Στρούγκα.
Πώς γεννήθηκε η επιθυμία σας να μάθετε μόνος σας τη μακεδονική γλώσσα, δεδομένου ότι δεν έχετε μακεδονικές ρίζες;
Το κίνητρό μου για να μάθω τη μακεδονική γλώσσα ήταν καθαρά ιδεολογικό. Μεγαλώνοντας στην Ελλάδα, σε ένα περιβάλλον όπου υπήρχε έντονος εθνικισμός και καχυποψία απέναντι στους γειτονικούς λαούς –και ιδιαίτερα απέναντι στους Μακεδόνες- η ανακάλυψη της ιστορικής αλήθειας με συγκλόνισε βαθιά. Αναγκάστηκα να έρθω αντιμέτωπος με βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις, οι οποίες στην Ελλάδα καλλιεργούνται από την παιδική ηλικία.
Συνειδητοποίησα ότι υπήρχαν και εξακολουθούν να υπάρχουν άνθρωποι με μακεδονική εθνική συνείδηση, πάνω στους οποίους το ελληνικό κράτος άσκησε πολιτική βίαιης αφομοίωσης· άνθρωποι που διώχθηκαν, βασανίστηκαν και περιθωριοποιήθηκαν μόνο και μόνο επειδή μιλούσαν τη μητρική τους γλώσσα.
Οι ηθικές μου αξίες, η αλληλεγγύη και η ενσυναίσθησή μου δεν μου επέτρεψαν να παραμείνω αδιάφορος απέναντι σε αυτό το έγκλημα. Για μένα, η εκμάθηση της μακεδονικής γλώσσας ήταν μια πράξη προσωπικής επανάστασης. Έμαθα μια γλώσσα, που στο περιβάλλον μου θεωρούνταν ανύπαρκτη, ανώνυμη και καταδικασμένη στη σιωπή. Κάθε φορά που μιλώ τη μακεδονική γλώσσα, αισθάνομαι ότι αποτίνω, έστω και λίγο, έναν φόρο τιμής σε όλους εκείνους που υπέφεραν από τους διωγμούς.
Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίσατε κατά την εκμάθηση της γλώσσας και των ιδιαιτεροτήτων της;
Η μακεδονική γλώσσα έχει τις δικές της γλωσσικές ιδιαιτερότητες, οι οποίες απαιτούσαν μεγάλη αφοσίωση, όμως η μεγαλύτερη πρόκληση δεν ήταν η γραμματική ή η προφορά, αλλά οι συνθήκες μέσα στις οποίες την έμαθα.
Την έμαθα μόνος μου στη Θεσσαλονίκη, χρησιμοποιώντας διαδικτυακές πηγές, σε ένα περιβάλλον όπου ακόμη και η αναφορά σε αυτή τη γλώσσα αποτελούσε ένα πολύ βαρύ φορτίο, κάτι που έπρεπε να παραμένει «σιωπηλό», μακριά από τα βλέμματα των άλλων.
Αυτή η κοινωνική πίεση και η αναγκαστική διακριτικότητα, το γεγονός ότι δεν μπορούσα σχεδόν με κανέναν να μοιραστώ αυτή την επιλογή μου, ήταν πολύ δυσκολότερα από οποιαδήποτε γλωσσική πρόκληση. Ωστόσο, όταν δημιουργείται ένας τόσο δυνατός συναισθηματικός δεσμός με μια γλώσσα, κάθε εμπόδιο γίνεται υπερβάσιμο – η αγάπη μου γι’ αυτήν ήταν ισχυρότερη από τον φόβο που προσπαθούσε να μου επιβάλλει το περιβάλλον μου.

Λέτε ότι η γλώσσα ενός λαού φέρει την ψυχή του. Τι ανακαλύψατε για την ψυχή των Μακεδόνων μέσα από τη γλώσσα τους;
Η γλώσσα δεν είναι απλώς ένας επικοινωνιακός κώδικας, αλλά μια ζωντανή φωνή που μεταφέρει μέσα της ταυτότητα, παρελθόν και μέλλον.
Η μακεδονική γλώσσα στην Ελλάδα υπήρξε στόχος μιας ανελέητης σκληρής επίθεσης, καθώς για πολλές δεκαετίες υπέστη διώξεις, τρομοκρατία και συστηματική αφομοίωση. Γνωρίζω ότι πολλοί άνθρωποι λύγισαν από τον φόβο και την προπαγάνδα, όμως θαυμάζω εκείνους που αντιστάθηκαν στη φθορά του χρόνου.
Ανακάλυψα την ψυχή εκείνων που επέλεξαν να μην παραδοθούν: των αγωνιστών που πήραν τα όπλα για να υπερασπιστούν το δικαίωμά τους να υπάρχουν, εκείνων που εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους και δεν γύρισαν ποτέ ξανά, αλλά και εκείνων που έμειναν στον τόπο τους και συνεχίζουν ακόμη να μιλούν με υπερηφάνεια τη μητρική τους γλώσσα.
Αυτή ακριβώς η επιμονή των αλύγιστων, απέναντι σε όλες τις θύελλες, χαράζει εκείνη την πραγματική μακεδονική ψυχή. Μια πληγωμένη ψυχή, η οποία όμως βρίσκει την πλήρη έκφρασή της στη λογοτεχνία.
Μέσα από τον μακεδονικό γραπτό λόγο, αυτή η τραυματισμένη ιστορία μετατρέπεται σε υψηλή ποίηση, γεμάτη λυρική ευαισθησία, μελωδικότητα και έναν βαθύ εσωτερικό ρυθμό που αρνείται να σωπάσει.
Η πρώτη σας ποιητική συλλογή έχει έναν πολύ δυνατό τίτλο – «Λύση Συμβολαίου». Ποιο συμβόλαιο λύνετε μέσα από αυτούς τους στίχους;
Ο τίτλος της συλλογής είναι βαθιά προσωπικός, υπαρξιακός και συμβολικός. Με αυτούς τους στίχους λύνω ένα συμβόλαιο υποταγής, επιβεβλημένο από την παιδική μου ηλικία, μέσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον, που για μένα ήταν ένας χώρος συνεχούς πίεσης και ασφυξίας.
Από τη μία πλευρά, αντιμετώπιζα την αναγκαστική υποταγή και τον διαρκή φόβο της τιμωρίας, και από την άλλη, μια μακροχρόνια, ύπουλη και συστηματική ακύρωση της ίδιας μου της ύπαρξης.
Αυτό το συμβόλαιο υπογράφηκε χωρίς τη δική μου συναίνεση, που με δέσμευε να εγκαταλείπω συνεχώς τον εαυτό μου για να υπάρχουν μόνο οι άλλοι και οι ανάγκες τους.
Αυτό το βιβλίο έρχεται ως η πράξη της οριστικής μου ρήξης με αυτή τη σιωπή. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο, το προσωπικό μου τραύμα διασταυρώνεται με το συλλογικό τραύμα των Μακεδόνων: και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για έναν αγώνα ενάντια στην άρνηση της ύπαρξης, ενάντια στην υποταγή και στον φόβο να είσαι αυτό που είσαι.
Η «Λύση Συμβολαίου» είναι η δική μου πράξη ανυπακοής – η απόφαση να πάψω να είμαι προβολή των προσδοκιών των άλλων και να επιστρέψω οριστικά στη δική μου φωνή· μια φωνή αντίστασης απέναντι σε οτιδήποτε προσπαθεί να με αφανίσει.
Πώς καταφέρνει η ποίηση να χτίζει γέφυρες εκεί όπου η πολιτική συχνά υψώνει σύνορα;
Η ποίηση έχει τη δύναμη να δημιουργεί χώρο συνάντησης μεταξύ των ανθρώπων, εκεί όπου η πολιτική υψώνει τοίχους και σύνορα.
Μέσα από την τέχνη, ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι όλοι, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή τη γλώσσα μας, μοιραζόμαστε την ίδια ψυχή με τα ίδια πάθη – την ψυχή που αισθάνεται πόνο, αγάπη, χαρά, φόβο, απογοήτευση και ελπίδα.
Διαβάζοντας τη μακεδονική λογοτεχνία –η οποία για μένα είναι απίστευτα πλούσια, αλλά δυστυχώς σχεδόν εντελώς άγνωστη στην Ελλάδα, παρότι είμαστε τόσο κοντά γεωγραφικά-αντιλαμβάνεσαι πόσο παράλογο είναι να διατηρούνται τα εμπόδια, που τεχνητά μας χωρίζουν.
Για μένα, η λογοτεχνία είναι μια γέφυρα, μέσα από την οποία προσπαθώ να συμβάλλω στο να ξεπερνιούνται όλες οι επιβεβλημένες προκαταλήψεις είτε με τις μεταφράσεις μου είτε με αυτή τη δίγλωσση συλλογή είτε με άλλες δράσεις. Η ποίηση μάς διδάσκει την ενσυναίσθηση, αντικαθιστά τη γλώσσα του μίσους με τη γλώσσα της κατανόησης και μας θυμίζει ότι πίσω από κάθε «εχθρό», που μας παρουσιάζει η προπαγάνδα, υπάρχει ένας άνθρωπος με τη δική του αυθεντική ιστορία.
Φέτος συμμετείχατε στο ποιητικό φεστιβάλ «Ποιητικές βραδιές της Στρούγκας». Ποιες είναι οι εντυπώσεις σας;
Για μένα ήταν εξαιρετική τιμή που προσκλήθηκα να συμμετάσχω στο διεθνές φεστιβάλ «Ποιητικές βραδιές» της Στρούγκας, ένα φεστιβάλ παγκόσμιας εμβέλειας και τεράστιας ιστορίας.
Το γεγονός ότι στην Ελλάδα μια τόσο σπουδαία διοργάνωση αποσιωπάται πλήρως, παρότι πραγματοποιείται τόσο κοντά στα σύνορά της, δείχνει ξεκάθαρα την ανάγκη να σπάσει αυτή η απομόνωση των λαών.
Επιστρέφω γεμάτος υπέροχες αναμνήσεις, αλλά πάνω απ’ όλα με την ικανοποίηση ότι αυτό που κάνω έχει νόημα. Στην επίσημη τελετή έναρξης, όταν διάβασα το ποίημά μου «Τη γλώσσα μου πήραν μακεδονική», το οποίο είναι γραμμένο ως μια ριζοσπαστική λογοτεχνική και πολιτική αντίθεση στο γνωστό στην Ελλάδα ποίημα-σύμβολο του Οδυσσέα Ελύτη «Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική», η αντίδραση του κοινού ήταν δυνατή.
Το ενθουσιώδες χειροκρότημα μεγάλης διάρκειας, που έλαβα, μου επιβεβαίωσε ότι η φωνή μου, η φωνή ενός ανθρώπου που έρχεται από τη χώρα που οργάνωσε όλο αυτό το έγκλημα, είναι απαραίτητη. Ήταν μια στιγμή, κατά την οποία ένιωσα ότι η ανθρωπιά είναι ισχυρότερη από τα τεχνητά σύνορα των κρατών και των εθνών.
Αυτό το συναίσθημα συνεχίστηκε και στη δεξίωση μετά την έναρξη, όταν πολύς κόσμος κυρίως με καταγωγή από την Μακεδονία του Αιγαίου (βόρεια Ελλάδα) μου λέγαν πόσο δυνατά τους άγγιξε και τους έτρεχαν δάκρυα. Από απλούς ανθρώπους μέχρι την πρόεδρο της Μακεδονίας, τη Σιλιάνοφσκα, η οποία ήρθε και μου μοιράστηκε ακριβώς το ίδιο. Αυτό δείχνει ότι, όταν αγγίζεις το συλλογικό τραύμα ενός λαού, κανείς δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος
Όλη αυτή η αποδοχή και η αγκαλιά με συγκίνησαν βαθιά και μου επιβεβαίωσαν ότι αυτό που κάνω έχει αποτέλεσμα και φτάνει στις καρδιές των ανθρώπων.
Δείχνει ότι οι λαοί δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν μεταξύ τους και αφήνει χώρο για την ελπίδα ενός καλύτερου αύριο, χωρίς μίσος και διαιρέσεις.



Η συνέντευξη δόθηκε στη δημοσιογράφο Νέβενα Πόποφσκα και δημοσιεύθηκε στο μακεδονικό ειδησεογραφικό portal REPUBLICA.MK την 1η Ιούλη 2026.
