
Γράφει ο Σωτήρης Μηνάς
Κάθε 28η Οκτωβρίου, η κοινωνία παρακολουθεί μια κακοστημένη παράσταση εθνικής ομοψυχίας. Η κυρίαρχη αφήγηση επιχειρεί να αγιοποιήσει έναν στυγνό δικτάτορα, τον Ιωάννη Μεταξά, παρουσιάζοντάς τον ως τον «εθνικό ηγέτη» που ύψωσε το ανάστημά του στον φασισμό. Από την άλλη πλευρά, το πιο δημοκρατικό και προοδευτικό κομμάτι, στην προσπάθειά του να απαντήσει, καταφεύγει στο κλασικό, ρομαντικό κλισέ: «Το Όχι δεν το είπε ο Μεταξάς, το είπε ο λαός».
Μόνο που αυτή η συζήτηση αποφεύγει να κοιτάξει την ιστορική και ταξική πραγματικότητα κατάματα. Το «Όχι» του 1940 δεν ήταν προϊόν κάποιου αφηρημένου πατριωτισμού του Μεταξά, ο οποίος δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα να πει ένα μεγαλοπρεπές «ΝΑΙ» σε ξένους εισβολείς το 1916. Παράλληλα, όμως, το «Όχι του λαού» δεν ήταν ένας συνειδητός αντιφασιστικός ξεσηκωμός, αλλά η παραδοσιακή στοίχιση των μαζών πίσω από το εθνικό αφήγημα του ίδιου του κράτους που τις καταπίεζε.
Το ηχηρό «ΝΑΙ» του 1916: Η υπογραφή της εισβολής
Ας πάμε στο μεγάλο ιστορικό γεγονός που η επίσημη ιστοριογραφία υποβαθμίζει συστηματικά. Το 1916, κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού, ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν ο αναπληρωτής αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού και ο βασικός εγκέφαλος της πολιτικής του Παλατιού.
Τον Μάιο εκείνης της χρονιάς, οι γερμανικές και βουλγαρικές δυνάμεις κινήθηκαν για να καταλάβουν το στρατηγικής σημασίας Οχυρό Ρούπελ στη Μακεδονία. Τι έκανε ο άνθρωπος που το 1940 παρουσιάστηκε ως ανυποχώρητος υπερασπιστής των συνόρων;
Λειτουργώντας με την κλασική κανονικότητα της άρχουσας τάξης, ο Μεταξάς συνέταξε προσωπικά τις διαταγές προς τις στρατιωτικές δυνάμεις να μην προβάλουν καμία αντίσταση και να παραδοθούν. Αυτή η διαταγή ήταν η επίσημη άδεια της Αθήνας προς τα ξένα στρατεύματα να εισβάλουν ανενόχλητα και να καταλάβουν τη στρατηγική περιοχή της Ανατολικής Μακεδονίας. Το οχυρό παραδόθηκε στους εισβολείς μαζί με βαρύ οπλισμό και πολεμοφόδια, χωρίς να πέσει ούτε μία τουφεκιά. Λίγους μήνες μετά, τον Αύγουστο του 1916, η γραμμή αυτή ολοκληρώθηκε: ολόκληρο το Δ’ Σώμα Στρατού (πάνω από 6.000 αξιωματικοί και στρατιώτες) παραδόθηκε αμαχητί και μεταφέρθηκε στο Γκέρλιτς της Γερμανίας.
Οι εφιαλτικές συνέπειες: Ο πληθυσμός ως αναλώσιμο πιόνι
Προκειμένου ο Μεταξάς και το παλατιανό μπλοκ που εκπροσωπούσε να εξυπηρετήσουν τα γεωπολιτικά τους συμφέροντα, λειτούργησαν με βάση το δικό τους ταξικό όφελος, αδιαφορώντας πλήρως για το ανθρώπινο κόστος. Άνοιξαν τις πόρτες στους εισβολείς, παραδίδοντας μια ολόκληρη γεωγραφική ζώνη και αφήνοντας τον πληθυσμό της στο έλεος μιας άγριας κατοχής:
• Με την ελεύθερη είσοδο που τους δόθηκε, οι κατοχικές δυνάμεις κατέλαβαν ολόκληρες πόλεις (Καβάλα, Δράμα, Σέρρες). Ο ντόπιος πληθυσμός—εργάτες, αγρότες και φτωχολογιά—αφέθηκε απροστάτευτος. Ακολούθησαν βίαιες εκτοπίσεις, καταναγκαστικά έργα και άγριες λεηλασίες των υποδομών και των περιουσιών.
• Η κατάσχεση των τροφίμων από τα στρατεύματα κατοχής οδήγησε σε μια τρομερή πείνα. Χιλιάδες άνθρωποι της εργατικής τάξης και της αγροτιάς έχασαν τη ζωή τους από τις κακουχίες, την εξαθλίωση και τις βιαιότητες, επειδή η κρατική κλίκα της Αθήνας αποφάσισε κυνικά να θυσιάσει τις ζωές τους στη γεωπολιτική σκακιέρα.
• Την ίδια στιγμή, οι χιλιάδες στρατιώτες που εξαναγκάστηκαν να παραδοθούν αμαχητί και στάλθηκαν στη Γερμανία, αποκόπηκαν βίαια από τις οικογένειές τους. Έζησαν κάτω από άθλιες συνθήκες στερήσεων και αιχμαλωσίας για σχεδόν τρία χρόνια, με εκατοντάδες από αυτούς να πεθαίνουν από αρρώστιες και κακουχίες μακριά από τον τόπο τους.
Γιατί το 1916 η ηγεσία επέτρεψε αυτή την καταστροφή λέγοντας «ΝΑΙ», ενώ το 1940 είπε «ΟΧΙ»; Η απάντηση είναι καθαρά ταξική:
• Το 1916: Το Παλάτι και ο Μεταξάς ήθελαν τη νίκη της Γερμανίας για να τσακίσουν την αντίπαλη μερίδα της αστικής τάξης (τους βενιζελικούς). Η θυσία των ανθρώπων της Μακεδονίας ήταν ένα αποδεκτό τίμημα στον ενδο-αστικό πόλεμο για την εξουσία.
• Το 1940: Η ελληνική άρχουσα τάξη είχε πλέον δεθεί οργανικά με τα συμφέροντα του αγγλικού ιμπεριαλισμού. Ο Μεταξάς είπε το «Όχι» επειδή η Αγγλία του το επέβαλε. Όπως ο ίδιος ομολόγησε στους εκδότες των εφημερίδων στις 30 Οκτωβρίου 1940, αν δεν πολεμούσε, η Αγγλία θα κομμάτιαζε τη χώρα για να διασφαλίσει τα δικά της συμφέροντα στη Μεσόγειο.
Και στις δύο περιπτώσεις, η ανθρώπινη ζωή ήταν απλά ένα αναλώσιμο εργαλείο στα χέρια των κυρίαρχων.
Η αυταπάτη πίσω από το «Όχι του λαού»
Εδώ, όμως, έρχεται η ανάγκη για μια βαθύτερη αποδόμηση. Η ρητορική ότι «το Όχι το είπε ο λαός» ενέχει μια τεράστια παγίδα: νομιμοποιεί την έννοια της εθνικής ομοψυχίας και του έθνους-κράτους.
Αν κοιτάξουμε τα γεγονότα χωρίς ρομαντισμό, η πραγματικότητα είναι διαφορετική:
1. Η κινητοποίηση έγινε με όρους εθνικού αντανακλαστικού. Ο λαός έτρεξε στο μέτωπο επειδή είχε υποστεί επί δεκαετίες την εθνική κατήχηση του αστικού κράτους («έρχονται οι ξένοι εχθροί»). Στοιχίστηκε πίσω από τη σημαία των αφεντικών του, βλέποντας ως εχθρό τον Ιταλό εργάτη που του φόρεσαν στολή, αντί να δει ως εχθρό τον ντόπιο εκμεταλλευτή του.
2. Ο λαός δεν είχε πολιτική αντιφασιστική συνείδηση. Σε μια εποχή που η ριζοσπαστική αριστερή σκέψη ήταν κοινωνικά μειοψηφική, η μάζα δεν πήγε να πολεμήσει τον φασισμό ως πολιτικό-οικονομικό σύστημα. Αν οι μάζες διέθεταν ώριμη, ταξική, αντιφασιστική συνείδηση, θα είχαν εξεγερθεί για να ανατρέψουν τον ντόπιο φασίστα Μεταξά στα τέσσερα χρόνια της άγριας δικτατορίας του. Η μαζική έξοδος στα βουνά της Αλβανίας ήταν προϊόν εθνικού εγκλωβισμού και όχι συνειδητής αντιφασιστικής επιλογής.
Η κατασκευή του μύθου και ένας κόσμος χωρίς σύνορα
Γιατί λοιπόν το «ΝΑΙ» του 1916 παραμένει στα ψιλά γράμματα της Ιστορίας; Η απάντηση είναι απλή: Η επίσημη αστική ιστοριογραφία το κρύβει συνειδητά για να προστατεύσει το εθνικό της αφήγημα. Αν ο μέσος άνθρωπος μάθει για την αμαχητί παράδοση της Ανατολικής Μακεδονίας, θα καταλάβει ότι το παραμύθι που του μαθαίνουν από το δημοτικό –ότι οι Έλληνες λένε «πάντα όχι», πολεμούν αιώνια σαν ήρωες και προτιμούν τον θάνατο από την υποταγή– είναι μια φτηνή ιδεολογική απάτη. Τα σύγχρονα έθνη-κράτη είναι «φαντασιακές κοινότητες» που χρειάζονται αυτούς τους κατασκευασμένους μύθους για να κρατούν τις μάζες πειθαρχημένες κάτω από τη σημαία.
Το 1916 η άρχουσα τάξη παρέδωσε τον λαό στην πείνα και την κατοχή λέγοντας «Ναι». Το 1940 τους έστειλε να σφαγιαστούν και να ακρωτηριαστούν στα παγωμένα βουνά λέγοντας «Όχι». Και στις δύο περιπτώσεις, το αποτέλεσμα για τους κάτω ήταν το ίδιο: θάνατος, εξαθλίωση και υποταγή για τα συμφέροντα των πάνω.
Δεν υπάρχει καμία «εθνική περηφάνια» στις 28 Οκτωβρίου. Υπάρχει μόνο ένα σκληρό, διαχρονικό μάθημα: Όσο οι καταπιεσμένοι εγκλωβίζονται σε σημαίες, σύνορα και εθνικά αφηγήματα, θα γίνονται πάντα τα θύματα των πολέμων της άρχουσας τάξης. Η μόνη πραγματική διέξοδος βρίσκεται στον διεθνισμό και στην κοινή πάλη των λαών, πέρα και έξω από κάθε σύνορο.
