Ουγγαρία ’56: Η εξέγερση των εργατικών συμβουλίων που πνίγηκε στο αίμα

Γράφει ο Χάρης Παπαδόπουλος

Σήμερα η εξέγερση στην Ουγγαρία του 1956 φαίνεται ένα εξαιρετικά μακρινό συμβάν, όπως και ολόκληρη η σοβιετική εποχή. Η Ουγγαρία είναι πια μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ και τον τόνο στην πολιτική ζωή δίνουν εκεί η ρατσιστική ρητορική και οι φράχτες που υψώνει η κυβέρνηση Όρμπαν απέναντι στους πρόσφυγες.

Λι­γο­στά τα αφιε­ρώ­μα­τα που κάνει ο Τύπος και τα ΜΜΕ διε­θνώς στον συ­γκλο­νι­στι­κό ξε­ση­κω­μό που έγινε στη χώρα πριν από 63 χρό­νια. Η ακρο­δε­ξιά ουγ­γρι­κή κυ­βέρ­νη­ση του Όρμπαν, πριν 3 χρόνια στον εορτασμό των 60 χρόνων από την Επανάσταση, προ­σπά­θη­σε να εκ­με­ταλ­λευ­τεί την επέ­τειο ορ­γα­νώ­νο­ντας μια σειρά εκ­δη­λώ­σεις όπου ο στα­λι­νι­σμός ταυ­τι­ζό­ταν με τον κο­μμου­νι­σμό και η επα­να­στα­τη­μέ­νη ερ­γα­τι­κή τάξη εμ­φα­νι­ζό­ταν ως πρό­δρο­μος του ση­με­ρι­νού αντι­κο­μου­νι­στι­κού κα­θε­στώ­τος του Όρ­μπαν. Οι όποιες ανα­φο­ρές στα ερ­γα­τι­κά συμ­βού­λια του ’56 έγι­ναν επι­φα­νεια­κά και απο­σπα­σμα­τι­κά.

Εξεγερμένοι και εξεγερμένες στη Βουδαπέστη

Η εχθρό­τη­τα των στα­λι­νι­κών απέ­να­ντι στην ουγ­γρι­κή εξέ­γερ­ση είναι εύ­λο­γη: Στην Ουγ­γα­ρία το 1956 εξευ­τε­λί­στη­καν τα κα­θε­στώ­τα της Ρω­σί­ας και της Ανα­το­λι­κής Ευ­ρώ­πης που μι­λού­σαν στο όνομα της ερ­γα­τι­κής τάξης, αλλά κα­τα­πί­ε­ζαν και κρα­τού­σαν φι­μω­μέ­νους τους ερ­γά­τες. Και η Δύση από την πλευ­ρά της υπο­βάθ­μι­σε λίγο τη ση­μα­σία της εξέ­γερ­σης, απο­σιω­πώ­ντας ιδιαί­τε­ρα την κυ­ριό­τε­ρη πλευ­ρά της: το ότι οι εξε­γερ­μέ­νοι δεν αμ­φι­σβή­τη­σαν μόνο τον στα­λι­νι­σμό, αλλά επα­νέ­φε­ραν στην επι­και­ρό­τη­τα τα ερ­γα­τι­κά συμ­βού­λια! Στα ερ­γο­στά­σια και στα ορυ­χεία, στις υπη­ρε­σί­ες και στους συ­νε­ται­ρι­σμούς, αυτά τα συμ­βού­λια ήταν που ορ­γά­νω­σαν τον αγώνα ενά­ντια στα ρω­σι­κά τανκς και στους εγκά­θε­τους του Κρεμ­λί­νου.

Στην Ουγ­γα­ρία το 1956 πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε η πρώτη μα­ζι­κή ερ­γα­τι­κή εξέ­γερ­ση στην Ευ­ρώ­πη μετά τον Β’ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο. Οι ερ­γά­τες και οι ερ­γά­τριες εξου­δε­τέ­ρω­σαν, σε μία μόλις μέρα, την 23η Οκτώ­βρη 1956, τον θη­ριώ­δη κρα­τι­κό μη­χα­νι­σμό του στα­λι­νι­κού κα­θε­στώ­τος που έδει­χνε ως τότε πα­ντο­δύ­να­μο. Ο σο­βιε­τι­κός στρα­τός χρειά­στη­κε δύο εβδο­μά­δες, 3.000 τανκς και εκα­το­ντά­δες χι­λιά­δες στρα­τού για να επι­βλη­θεί στο κί­νη­μα. Η βία της κα­τα­στο­λής υπήρ­ξε πρω­το­φα­νής και οι νε­κροί έφτα­σαν τις δε­κά­δες χι­λιά­δες –σε δύο μόλις εβδο­μά­δες.

Αλλά η αντί­στα­ση δεν στα­μά­τη­σε. Η ερ­γα­τι­κή τάξη, όσοι και όσες δεν σκο­τώ­θη­καν στους βομ­βαρ­δι­σμούς και στις μάχες, κρά­τη­σαν άλλον έναν μήνα με συ­νε­χείς απερ­γί­ες και γε­νι­κευ­μέ­νη ανυ­πα­κοή, ανα­γνω­ρί­ζο­ντας ως μόνη νό­μι­μη ηγε­σία τα ερ­γα­τι­κά συμ­βού­λια, που είχαν ορ­γα­νω­θεί αστρα­πιαία τις μέρες του ξε­ση­κω­μού.

Τα ερ­γα­τι­κά συμ­βού­λια της Ουγ­γα­ρί­ας πνί­γη­καν στο αίμα με νέο κύκλο κα­τα­στο­λής, που οδή­γη­σε πάνω από 2.000 αν­θρώ­πους στα εκτε­λε­στι­κά απο­σπά­σμα­τα. Στη με­γά­λη τους πλειο­νό­τη­τα ήταν ερ­γά­τες με μέση ηλι­κία τα 20 χρό­νια.

Οι ερ­γά­τες στην Ουγ­γα­ρία τε­λι­κά νι­κή­θη­καν. Αλλά πρό­λα­βαν να τα­πει­νώ­σουν τον στα­λι­νι­σμό και επα­νέ­φε­ραν μια «ξε­χα­σμέ­νη» θέση του Μαρξ, ότι «η απε­λευ­θέ­ρω­ση της ερ­γα­τι­κής τάξης είναι έργο της ίδιας».

Όσο διαρ­κού­σε η εξέ­γερ­ση εκ­δη­λώ­θη­κε όλη η δη­μιουρ­γι­κό­τη­τα, η αυ­τε­νέρ­γεια και η αυ­το­θυ­σία των αν­θρώ­πων που ήταν στη θέση των υπο­ζυ­γί­ων της Ιστο­ρί­ας. Οι ερ­γά­τες και οι ερ­γά­τριες πα­ρα­μέ­ρι­σαν την κρα­τι­κή μη­χα­νή, που είχε πα­ρα­λύ­σει, έθε­σαν μέσα σε πα­θια­σμέ­νες συ­νε­λεύ­σεις στους χώ­ρους δου­λειάς βα­σι­κά ζη­τή­μα­τα της πα­ρα­γω­γής και της τρο­φο­δο­σί­ας του πλη­θυ­σμού, αλλά και της υπε­ρά­σπι­σής τους με τα όπλα από τον τρο­με­ρό στρα­τό που προ­σπα­θού­σε να τους εξο­λο­θρεύ­σει.

Η ανα­φο­ρά μας στην ουγ­γρι­κή επα­νά­στα­ση έχει νόημα όχι μόνο για να δια­τη­ρή­σου­με ηρω­ι­κές μνή­μες, αλλά, κυ­ρί­ως, για να σχε­διά­σου­με τις δικές μας «εφό­δους στον ου­ρα­νό».

Ο πάγος ρα­γί­ζει

Οχτώ μήνες πριν από την ουγ­γρι­κή επα­νά­στα­ση, τον Φλε­βά­ρη του 1956, συ­νέ­βη στη Μόσχα ένα «αδια­νό­η­το» γε­γο­νός: Στο 20ό Συ­νέ­δριο του ΚΚΣΕ ο γε­νι­κός γραμ­μα­τέ­ας Νι­κή­τας Χρου­στσόφ ανα­κοί­νω­σε από το βήμα ότι ο Στά­λιν ήταν υπεύ­θυ­νος για χι­λιά­δες δο­λο­φο­νί­ες κο­μου­νι­στών, για τις μα­ζι­κές εκτο­πί­σεις εκα­τομ­μυ­ρί­ων σο­βιε­τι­κών πο­λι­τών, που ανή­καν σε «λάθος» εθνι­κές ομά­δες, και πολλά άλλα εγκλή­μα­τα. Αν και η συ­γκε­κρι­μέ­νη ομι­λία έγινε «κε­κλει­σμέ­νων των θυρών», η έκ­θε­ση του Χρου­στσόφ δια­δό­θη­κε πα­ντού στη Δύση, αλλά και στόμα με στόμα στη Ρωσία και την Ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη.

Ήταν ένα σοκ για εκα­τομ­μύ­ρια αρι­στε­ρούς στη Δύση, αν και πάρα πολ­λοί προ­σπά­θη­σαν να κλεί­σουν τα αυτιά τους.

Ο Χρου­στσόφ, ηγέ­της της ρω­σι­κής γρα­φειο­κρα­τί­ας και επι­κε­φα­λής της άμυ­νας στο Στά­λιν­γκραντ, δεν έπαθε κρίση ει­λι­κρί­νειας ξαφ­νι­κά. Ο στό­χος των «απο­κα­λύ­ψε­ων» ήταν τα κομ­μά­τια της γρα­φειο­κρα­τί­ας που αντι­δρού­σαν στις αλ­λα­γές, τις οποίες το κα­θε­στώς ως σύ­νο­λο είχε πλέον ανά­γκη.

Ο στα­λι­νι­σμός στη Ρωσία είχε να επι­δεί­ξει θε­α­μα­τι­κές επι­τυ­χί­ες στην πα­ρα­γω­γή, όσο η χώρα βρι­σκό­ταν στο στά­διο της πρω­ταρ­χι­κής συσ­σώ­ρευ­σης κε­φα­λαί­ου. Η κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη και κα­τε­στραμ­μέ­νη Ρωσία είχε με­τα­μορ­φω­θεί σε με­γά­λη στρα­τιω­τι­κή και βιο­μη­χα­νι­κή δύ­να­μη. Το άλμα είχε επι­τευ­χθεί βέ­βαια με την ολο­κλη­ρω­τι­κή αφαί­μα­ξη της ερ­γα­τι­κής τάξης. Αλλά η μέ­θο­δος είχε δου­λέ­ψει.

Όμως η πα­ρα­γω­γι­κή δια­δι­κα­σία σε μια ανα­πτυγ­μέ­νη βιο­μη­χα­νι­κή χώρα είναι αδύ­να­το να κρα­τη­θεί επί μα­κρόν μόνο με το «μα­στί­γιο». Είναι απα­ραί­τη­το και το «κα­ρό­το» της ορ­γά­νω­σης μιας πιο ομα­λής κοι­νω­νι­κής και πο­λι­τι­κής ζωής.

Η ως τότε ενω­μέ­νη γρα­φειο­κρα­τία στη Ρωσία και την Ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη δεν αντι­λαμ­βα­νό­ταν με τον ίδιο τρόπο τη νέα κα­τά­στα­ση. Οι ηγέ­τες της δια­φω­νού­σαν με­τα­ξύ τους για το πόσο μι­σά­νοι­χτο έπρε­πε να αφή­σουν ένα πα­ρα­θυ­ρά­κι στις ελευ­θε­ρί­ες.

Τον Ιούνη του 1953 έγινε μια δια­δή­λω­ση οι­κο­δό­μων στο Ανα­το­λι­κό Βε­ρο­λί­νο. Δε­κά­δες χι­λιά­δες αγα­να­κτι­σμέ­νοι ερ­γά­τες ενώ­θη­καν μαζί τους. Την άλλη μέρα σε όλη την Ανα­το­λι­κή Γερ­μα­νία είχε απλω­θεί η απερ­γία στα ερ­γο­στά­σια, ενώ χτυ­πή­θη­καν αστυ­νο­μι­κά τμή­μα­τα και τα γρα­φεία του ΚΚ. Την κα­τα­στο­λή ανέ­λα­βαν τα ρω­σι­κά τανκς.

Το παλιό φί­μω­τρο δεν δού­λευε πια, το σύ­στη­μα έπρε­πε να αλ­λά­ξει πολλά για να πα­ρα­μεί­νει το ίδιο, και με­γά­λα κομ­μά­τια της γρα­φειο­κρα­τί­ας προ­σα­να­το­λί­στη­καν σε «φι­λε­λεύ­θε­ρες» με­ταρ­ρυθ­μί­σεις. Ιδιαί­τε­ρα στη Ρωσία, η ηγε­τι­κή ομάδα του Χρου­στσόφ, προ­σπα­θώ­ντας να εκ­θέ­σει τους αντι­πά­λους της μέσα στο Κόμμα, φόρ­τω­σε όλα τα προ­βλή­μα­τα του κα­θε­στώ­τος στην «προ­σω­πο­λα­τρία» του Στά­λιν. Με το 20ό Συ­νέ­δριο στις αρχές του 1956, η γρα­φειο­κρα­τία, ωσάν μα­θη­τευό­με­νος μάγος, απε­λευ­θέ­ρω­σε δαι­μό­νια που δεν μπο­ρού­σε να ελέγ­ξει.

Στην Ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη, η χώρα που έδει­χνε ο ιδα­νι­κός «αδύ­να­μος κρί­κος» ήταν η Πο­λω­νία. Τον Ιούνη του 1956 στο Πόζ­ναν επα­να­λή­φθη­κε το σκη­νι­κό του Βε­ρο­λί­νου: ο πλη­θυ­σμός της πόλης βρέ­θη­κε στον δρόμο απαι­τώ­ντας με­γα­λύ­τε­ρους μι­σθούς και χα­μη­λό­τε­ρες τιμές, επι­τέ­θη­κε σε κομ­μα­τι­κά γρα­φεία και αστυ­νο­μι­κά τμή­μα­τα, είχε 80 νε­κρούς δια­δη­λω­τές και εκα­το­ντά­δες συλ­λή­ψεις.

Οι δίκες των δια­δη­λω­τών θα διε­ξά­γο­νταν τέλη Οκτώ­βρη. Μέχρι αυτή την ημε­ρο­μη­νία η Πο­λω­νία βού­λια­ζε στην κρίση. Στην κο­ρυ­φή, αντί­πα­λες φρά­ξιες γρα­φειο­κρα­τών πά­λευαν για τον έλεγ­χο. Η λο­γο­κρι­σία κα­τέρ­ρευ­σε, η αστυ­νό­μευ­ση ήταν άνευ­ρη. Οι ερ­γά­τες άρ­χι­σαν να εκλέ­γουν πα­ντού τις δικές τους επι­τρο­πές και να δια­μη­νύ­ουν πως «θα υπε­ρα­σπι­στούν με τη βία τα δι­καιώ­μα­τά τους». Η Πο­λω­νία όδευε προς εξέ­γερ­ση. Ο ρω­σι­κός στρα­τός μπήκε σε ετοι­μό­τη­τα. Και ενώ ανα­με­νό­ταν από στιγ­μή σε στιγ­μή ρω­σι­κή ει­σβο­λή, επι­κε­φα­λής της πο­λω­νι­κής ηγε­σί­ας ανέ­λα­βε ο Γκο­μούλ­κα, πα­λιός γρα­φειο­κρά­της που είχε φυ­λα­κι­στεί για τέσ­σε­ρα χρό­νια ως «αντι­πο­λι­τευό­με­νος». Ο Γκο­μούλ­κα, με την ευ­λο­γία και της Κα­θο­λι­κής Εκ­κλη­σί­ας, απέ­τρε­ψε απο­φα­σι­στι­κά το εν­δε­χό­με­νο της εξέ­γερ­σης και έπει­σε τους ερ­γά­τες να τον εμπι­στευ­τούν.

Η πο­λω­νι­κή γρα­φειο­κρα­τία επα­νε­νώ­θη­κε και το κα­πά­κι της δια­μαρ­τυ­ρί­ας έκλει­σε. Θα ξα­νά­νοι­γε το 1980 στα ναυ­πη­γεία του Γκ­ντανσκ, στα ερ­γο­στά­σια της Βαρ­σο­βί­ας, στο ορυ­χεία της Κρα­κο­βί­ας και του Κα­το­βί­τσε.

Από την αντί­στα­ση στην εξέ­γερ­ση

Όμως την ώρα ακόμη που η ανα­μέ­τρη­ση στην Πο­λω­νία έδει­χνε ανα­πό­φευ­κτη, μια ομάδα φοι­τη­τ(ρι)ών και δια­νο­ου­μέ­νων στη Βου­δα­πέ­στη κα­λού­σε σε συ­γκέ­ντρω­ση αλ­λη­λεγ­γύ­ης προς τους Πο­λω­νούς φυ­λα­κι­σμέ­νους δια­δη­λω­τές, για το από­γευ­μα της 23ης Οκτώ­βρη.

Ο «κύ­κλος Πε­τό­φι», από το όνομα του ποι­η­τή και ήρωα της ουγ­γρι­κής επα­νά­στα­σης του 1848, ασχο­λού­νταν με την ανά­γνω­ση λο­γο­τε­χνι­κών κει­μέ­νων και την πα­ρου­σί­α­ση συγ­γρα­φέ­ων. Όμως μέσα στη γε­νι­κή απα­γό­ρευ­ση της πο­λι­τι­κής ζύ­μω­σης, οι δια­κρι­τι­κές ανα­φο­ρές του κύ­κλου Πε­τό­φι σε πε­ρισ­σό­τε­ρες φι­λο­λο­γι­κές ελευ­θε­ρί­ες έμοια­ζαν με επα­να­στα­τι­κά μα­νι­φέ­στα. Τα κεί­με­να που κυ­κλο­φο­ρού­σε ο κύ­κλος δια­δί­δο­νταν χέρι με χέρι και στις λο­γο­τε­χνι­κές συ­να­ντή­σεις συ­νέρ­ρε­αν χι­λιά­δες.

Οι ακρο­α­τές της φι­λο­λο­γί­ας δεν άρ­γη­σαν να γί­νουν έν­θερ­μοι αγο­ρη­τές και οι λο­γο­τε­χνι­κές βρα­διές να με­τα­μορ­φω­θούν σε συ­νε­λεύ­σεις επί πα­ντός επι­στη­τού. Στην τε­λευ­ταία συ­νέ­λευ­ση, στο Πο­λυ­τε­χνείο της Βου­δα­πέ­στης, η πρό­τα­ση ενός άγνω­στου ομι­λη­τή να κα­λε­στεί συ­γκέ­ντρω­ση αλ­λη­λεγ­γύ­ης στους Πο­λω­νούς αδελ­φούς έγινε εν­θου­σιω­δώς δεκτή, παρά τους δι­σταγ­μούς των ορ­γα­νω­τών που έτρε­ξαν να εξα­σφα­λί­σουν επί­ση­μη άδεια για να κα­τα­πρα­ΰ­νουν τις εντά­σεις.

Η συ­γκέ­ντρω­ση, στο άγαλ­μα του Πο­λω­νού διε­θνι­στή-επα­να­στά­τη Μπεμ, που πο­λέ­μη­σε το 1848 στην Ουγ­γα­ρία, δεν άρ­γη­σε να με­τα­τρα­πεί σε ογκώ­δη δια­δή­λω­ση. Το κα­θε­στώς, που είχε δώσει άδεια για τη συ­γκέ­ντρω­ση, την ανα­κά­λε­σε από το ρα­διό­φω­νο το με­ση­μέ­ρι της 23ης, από τον φόβο τα­ρα­χών. Όμως, ήδη βρί­σκο­νταν στον δρόμο δε­κά­δες χι­λιά­δες δια­δη­λω­τές προς το άγαλ­μα. Έτσι, ανα­κοι­νώ­θη­κε και πάλι στο ρα­διό­φω­νο ότι η πο­ρεία επι­τρέ­πε­ται. Λίγο μετά ο ίδιος ο επι­κε­φα­λής του ΚΚ, ο Έρνο Γκέρο, μί­λη­σε στο ρα­διό­φω­νο απο­κα­λώ­ντας τους δια­δη­λω­τές «εχθρούς της ερ­γα­τι­κής τάξης».

Οι τα­λα­ντεύ­σεις των γρα­φειο­κρα­τών από­δει­ξαν στους δια­δη­λω­τές την ανα­σφά­λεια και τον φόβο τους. Η ομι­λία του Γκέρο τούς ερέ­θι­σε. Εκατό χι­λιά­δες άν­θρω­ποι πε­ρι­κύ­κλω­σαν το ρα­διο­φω­νι­κό μέ­γα­ρο απαι­τώ­ντας να δια­βα­στεί το ψή­φι­σμα της συ­γκέ­ντρω­σης στα ερ­τζια­νά. Στα συν­θή­μα­τα των δια­δη­λω­τών η απά­ντη­ση από τους άντρες της κρα­τι­κής ασφά­λειας (ΑVH) ήταν πυρ ομα­δόν με δε­κά­δες νε­κρούς.

Οι δια­δη­λω­τές σκόρ­πι­σαν, για να επι­στρέ­ψουν με όποιο οπλι­σμό ανα­κά­λυ­πταν, πρώτα από τις σκο­πευ­τι­κές λέ­σχες και, ως αργά το βράδυ, από τη δη­μο­τι­κή αστυ­νο­μία που άρ­χι­σε να περνά μα­ζι­κά με τους δια­δη­λω­τές. Πριν ξη­με­ρώ­σει είχε εξε­γερ­θεί το τάγμα στους στρα­τώ­νες Κί­λιαν, προ­μη­θεύ­ο­ντας τους πο­λιορ­κη­τές του ρα­διο­με­γά­ρου με βα­ρύ­τε­ρο οπλι­σμό και τρία τανκς.

Ο Δαβίδ και ο Γο­λιάθ

Μέχρι το πρωί η ηγε­σία του κα­θε­στώ­τος αντι­με­τω­πί­ζει γε­νι­κευ­μέ­νη ανταρ­σία στην πρω­τεύ­ου­σα που απλώ­νε­ται αστρα­πιαία στη χώρα. Το με­γα­λύ­τε­ρο μέρος των στρα­τιω­τι­κών μο­νά­δων δη­λώ­νει ου­δε­τε­ρό­τη­τα και ένα κομ­μά­τι περνά με τους εξε­γερ­μέ­νους. Πρα­κτι­κά το κα­θε­στώς υπο­στη­ρί­ζε­ται μόνο από την πο­λυά­ριθ­μη και κα­λο­πλη­ρω­μέ­νη ÁVH που πο­λε­μά μέ­χρις εσχά­των. Αλλά και οι εξε­γερ­μέ­νοι/ες δεν της χα­ρί­ζο­νται.

Οι γρα­φειο­κρά­τες ορί­ζουν πρω­θυ­πουρ­γό τον Ίμρε Νάγκι, τον Ούγ­γρο Γκο­μούλ­κα, που ήταν πρω­θυ­πουρ­γός και το 1953 κα­θαι­ρέ­θη­κε και δια­γρά­φη­κε για φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό και που επι­στρέ­φει τώρα για να σώσει τη γρα­φειο­κρα­τία. Το ίδιο πρωί της 24ης Οκτώ­βρη που απο­φα­σί­ζο­νται αυτά, ο ρω­σι­κός στρα­τός έχει ει­σβά­λει ήδη στη Βου­δα­πέ­στη.

Όμως η πόλη αντι­στέ­κε­ται, οι στρα­τώ­νες Κί­λιαν γί­νο­νται απόρ­θη­το φρού­ριο και στην πλα­τεία Σέζα τη μάχη με τα ρω­σι­κά τανκς την κερ­δί­ζουν δε­κα­πε­ντά­χρο­νοι πι­τσι­ρι­κά­δες, που αντι­με­τω­πί­ζουν με μο­λό­τοφ τις ερ­πύ­στριες.

Η ερ­γα­τι­κή τάξη, αν και υπο­λεί­πε­ται δρα­μα­τι­κά σε οπλι­σμό, δια­θέ­τει ένα συ­ντρι­πτι­κό υπε­ρό­πλο: τη συ­ζή­τη­ση με τους φα­ντά­ρους του εχθρού. Σιγά-σιγά οι Ρώσοι φα­ντά­ροι κολ­λά­νε το μι­κρό­βιο της συ­να­δέλ­φω­σης με τους εξε­γερ­μέ­νους. Κά­ποιοι λι­πο­τα­κτούν. Η ουγ­γρι­κή αντί­στα­ση εγ­γρά­φει άλλο ένα αί­τη­μα στα μα­νι­φέ­στα της: άσυλο σε κάθε φυγά Ρώσο στρα­τιώ­τη.

Οι δύο με­ραρ­χί­ες τε­θω­ρα­κι­σμέ­νων που ενε­πλά­κη­σαν στη μάχη απο­χω­ρούν ητ­τη­μέ­νες από τη Βου­δα­πέ­στη στις 29 Οκτώ­βρη. Ο Δαβίδ είχε νι­κή­σει τον Γο­λιάθ.

Οι μα­χη­τές και οι μα­χή­τριες χρειά­ζο­νται, όπως και οι άμα­χοι, τροφή και θέρ­μαν­ση, πε­ρί­θαλ­ψη και οπλι­σμό. Ποιος τα ορ­γά­νω­νε το 1956; Η κυ­βέρ­νη­ση Νάγκι απλώς δή­λω­νε πως δια­πραγ­μα­τεύ­ε­ται με τον ρω­σι­κό στρα­τό, πε­ρι­μέ­νο­ντας τον χρόνο να κυ­λή­σει. Αντί­θε­τα, τα πάντα στη χώρα, εκτός από τα ση­μεία που έλεγ­χε ο ρω­σι­κός στρα­τός, αρ­χί­ζουν να τα δια­χει­ρί­ζο­νται επι­τρο­πές και τα εκλεγ­μέ­να συμ­βού­λια ερ­γα­τών.

Το πρώτο συ­ντο­νι­στι­κό των συμ­βου­λί­ων της Μεί­ζο­νος Βου­δα­πέ­στης στις 31 Οκτώ­βρη δή­λω­νε: «Το ανώ­τε­ρο σώμα στο ερ­γο­στά­σιο είναι το δη­μο­κρα­τι­κά εκλεγ­μέ­νο ερ­γα­τι­κό συμ­βού­λιο. Ο διευ­θυ­ντής είναι υπάλ­λη­λος του ερ­γο­στα­σί­ου. Αυτός και οι ανώ­τε­ροι υπάλ­λη­λοι εκλέ­γο­νται από το ερ­γα­τι­κό συμ­βού­λιο. Είναι υπό­λο­γος στο ερ­γα­τι­κό συμ­βού­λιο για κάθε ζή­τη­μα».

Αυτή η έκρη­ξη της αυ­τε­νέρ­γειας των «από τα κάτω» μπο­ρού­σε να με­τα­δο­θεί σαν πυρ­κα­γιά στην Ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη, αλλά και την ίδια τη Ρωσία. Η ρω­σι­κή ηγε­σία είχε ανά­γκη από μια σφαγή για να μη χάσει τον έλεγ­χο. Στις 4 Νο­έμ­βρη ο ρω­σι­κός στρα­τός επι­τέ­θη­κε στη Βου­δα­πέ­στη. Η πόλη ισο­πε­δώ­θη­κε από την αε­ρο­πο­ρία και το πυ­ρο­βο­λι­κό, κι όμως η αντί­στα­ση κρά­τη­σε 4 μέρες ενώ στο νησί Τσε­σπέλ, την καρ­διά του βιο­μη­χα­νι­κού προ­λε­τα­ριά­του της Βου­δα­πέ­στης, οι μάχες κρά­τη­σαν ως τις 11 Νο­έμ­βρη. Η συ­ντρι­βή των ερ­γα­τών θα χρεια­στεί αρ­κε­τό καιρό, μια και θα ορ­γα­νώ­νουν απερ­γί­ες και κι­νη­το­ποι­ή­σεις ως τα μέσα Δε­κέμ­βρη.

Η ουγ­γρι­κή εξέ­γερ­ση έδωσε όλα όσα μπο­ρού­σε να δώσει κι ακόμη πε­ρισ­σό­τε­ρα. Απέ­δει­ξε τι τρο­με­ρά απο­θέ­μα­τα με­γα­λεί­ου και εφευ­ρε­τι­κό­τη­τας, κου­ρά­γιου και ορθής κρί­σης, έχει η ερ­γα­τι­κή τάξη όταν πι­στέ­ψει στη δύ­να­μή της. Η ερ­γα­τι­κή εξέ­γερ­ση στην Ουγ­γα­ρία αμ­φι­σβή­τη­σε την ιδε­ο­λο­γία του στα­λι­νι­σμού, αλλά και του «φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού» της Δύσης, κι αυτό συ­νέ­βη στην καρ­διά του Ψυ­χρού Πο­λέ­μου.

Ακόμη, για όσους και όσες είχαν το σθέ­νος να βλέ­πουν κα­τά­μα­τα τα γε­γο­νό­τα, επα­λή­θευ­σε ότι το ρω­σι­κό κα­θε­στώς είχε πάψει από πολύ καιρό να έχει οποια­δή­πο­τε σχέση με τον σο­σια­λι­σμό.

Υπήρ­χε μια εξαι­ρε­τι­κά μειο­ψη­φι­κή τότε ιδέα στην Αρι­στε­ρά της Δύσης: ότι απαι­τεί­ται κοι­νω­νι­κή επα­νά­στα­ση σε Ανα­το­λή και Δύση και ότι τα δύο ψυ­χρο­πο­λε­μι­κά μπλοκ ήταν και τα δύο εχθροί της ερ­γα­τι­κής τάξης. Αυτή η εντε­λώς ολι­γά­ριθ­μη επα­να­στα­τι­κή Αρι­στε­ρά μπο­λιά­στη­κε από την κλη­ρο­νο­μιά της Ουγ­γα­ρί­ας και έγινε πε­ρισ­σό­τε­ρο δια­κρι­τή στην επό­με­νη στρο­φή των ανα­τρο­πών στον κόσμο, το 1968.

Όσοι, ακόμα και σή­με­ρα, συ­κο­φα­ντούν την εξέ­γερ­ση στην Ουγ­γα­ρία, ανα­μα­σώ­ντας τους χο­ντρο­κομ­μέ­νους στα­λι­νι­κούς μύ­θους, απο­δει­κνύ­ουν ένα και μόνο πράγ­μα: ότι έχουν πάψει να πι­στεύ­ουν στην αυ­τε­νέρ­γεια της ερ­γα­τι­κής τάξης, ότι θε­ω­ρούν τον σο­σια­λι­σμό ως το πα­γω­μέ­νο κα­θε­στώς που μπο­ρεί να προ­κύ­ψει από το άθροι­σμα της κρα­τι­κο­ποί­η­σης της πα­ρα­γω­γής και τη μο­νο­κομ­μα­τι­κή ορ­γά­νω­ση της πο­λι­τι­κής ζωής. Αυτές οι ιδέες, που τέ­θη­καν στο στό­χα­στρο των εξε­γερ­μέ­νων ερ­γα­τών/τριών στην Ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη, αλλά και του με­γά­λου ξε­ση­κω­μού του 1968 στη Δύση, είναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νες να κα­τα­λή­ξουν στον σκου­πι­δο­τε­νε­κέ της ιστο­ρί­ας.

  • Πρωτοδη­μο­σιεύ­τη­κε στην «Ερ­γα­τι­κή Αρι­στε­ρά», φύλλο 371 (9/11/16). Το ανεβάζουμε σήμερα στην ιστοσελίδα της «Κόκκινης» στην επέτειο των 63 χρόνων από την επανάσταση των εργατικών συμβουλίων του 1956.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s