
«Σας πετάμε από όλη την Ελλάδα»
Γράφει η Λάλε Άλατλι
Το παρόν ΔΕΝ αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα, τα ονόματα και οι καταστάσεις ΔΕΝ είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα ΔΕΝ είναι συμπτωματική και ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Διάβασα τον τίτλο του μέιλ με μια ξαφνική ταχυκαρδία στο στήθος μου: «Σας πετάμε από όλη την Ελλάδα». Πέρασε ξαφνικά όλη μου η ζωή μου μπροστά από τα μάτια μου. Όπως λένε αυτοί που κοντεύουν πολύ στον θάνατο.
Σκέφτηκα ότι ζω εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια στην Ελλάδα. Είμαι ερωτικός μετανάστης, είχα ερωτευτεί την ελληνική γλώσσα, είχα παντρευτεί μαζί της, ήμασταν μαζί πολλά χρόνια κι έτσι έμεινα εδώ. Μέσα στα χρόνια αυτά η Ελλάδα έγινε το σπίτι για μένα, το καταφύγιό μου. Γνώρισα λαμπερούς ανθρώπους και οι περισσότεροι έγιναν η οικογένειά μου. Και τώρα, μας πετάνε από όλη την Ελλάδα;
Δούλευα πολύ σκληρά. Δίδασκα ατελείωτες ώρες, μετέφραζα ασταμάτητα σαν ένα μυρμήγκι, έκανα διερμηνείες σαν να μην υπάρχει αύριο. Πλήρωνα τους φόρους μου, τις ασφαλιστικές μου εισφορές, χωρίς να πάρω κανένα επίδομα. Και τώρα, μας πετάνε από όλη την Ελλάδα; Δεν μπορούσα να το πιστέψω.
Είχα και εξακολουθώ να έχω μια εφιαλτική περιπέτεια με το αίτημά μου για ιθαγένεια, αλλά τουλάχιστον, μπορούσα ακόμα να ζω εδώ που είναι η πατρίδα μου. Το σπίτι μου, η δουλειά μου, όλοι οι φίλοι μου, όλα τα κατοικίδιά/παιδιά μου ήταν στην Ελλάδα. Η ζωή μου, καλώς ή κακώς, κυλούσε εδώ. Και τώρα μας πετάνε από όλη την Ελλάδα;
Οι εξελίξεις, πρώτα με τον αιμοβορίδη, μετά με τον άλλον που πλεύρισε στις ζωές μας, αυτές των μεταναστών και προσφύγων, είχαν καταστρέψει τη ζωή μου, την ψυχολογία μου και την υγεία μου, αλλά εγώ, κρατώντας ακόμα στην καρδιά μου όλους τους Έλληνες, γνωστούς και άγνωστους, οι οποίοι έδειχναν μια τεράστια αλληλεγγύη σε όλες τις αδικίες, κατάφερνα να συνεχίσω να αγαπώ αυτόν τον τόπο. Και τώρα μας πετάνε από όλη την Ελλάδα; Μας το ανακοινώνουν με μέιλ κιόλας;
Υπήρξα μέλος σε παραπάνω από είκοσι εθελοντικές ομάδες, μάζευα σκουπίδια στις παραλίες, ήμουν αιμοδότρια, έγγραφα μικρά κείμενα, ποιήματα και δοκίμια στα ελληνικά, μετέφραζα βιβλία από και προς τα ελληνικά. Γιατί εδώ ήταν ο τόπος μου, εδώ ήταν οι άνθρωποι μου. Γιατί μας πετούν τώρα από την Ελλάδα;
Καταβρόχθιζα με μεγάλη λαιμαργία ελληνικά βιβλία. Αγάπησα τον Μίσσιο, τη Ζέη, τον Βάρναλη, τον Ρίτσο, τον Λουντέμη. Άκουγα ελληνική μουσική ακόμα και στον ύπνο μου. Είχα στην καρδιά μου την Καραΐνδρου, τον Χιώτη, τη Φαραντούρη, την Μπέλλου. Και τώρα θα με πετάξουν από την Ελλάδα;
Έκανα σχέδια για τα γεράματά μου σ’ αυτόν τον τόπο του πόνου και της χαράς. Θα έκανα περισσότερη εθελοντική δουλειά. Θα είχα μια ήσυχη ζωή, με τους φίλους μου, με τα αδέσποτα ζώα των δρόμων. Και σχεδίαζα ότι θα πέθαινα εδώ, σ’ αυτόν τον τόπο των φιλόξενων ανθρώπων και του αφιλόξενου κράτους. Αλλά τώρα, μας πετάνε από όλη την Ελλάδα! Όχι μόνο από Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αλλά από όλη την Ελλάδα!
Είχα ιδρώσει από το άγχος. Έκλεισα τα μάτια μου για να μαζέψω δυνάμεις. Άκουγα τον αέρα που χάιδευε τις ελιές, κάτι πουλάκια από μακριά. Μύριζαν τα κιτρινισμένα χόρτα έξω. Ένιωθα την καρδιά μου να χτυπάει μέσα στον εγκέφαλό μου, στους καρπούς μου, στα πόδια μου. Πήρα μια βαθιά ανάσα και πάτησα το μέιλ να ανοίξει.
«Σας πετάμε από όλη την Ελλάδα τον Αύγουστο σε απίστευτες τιμές. Η τιμή του πακέτου περιλαμβάνει αεροπορικά εισιτήρια με φόρους και διαμονή σε δίκλινο δωμάτιο. Για περισσότερες πληροφορίες καλέστε μας στο…».
Το μέιλ που με είχε τρομοκρατήσει τόσο πολύ ήταν τελικά η διαφήμιση ενός ταξιδιωτικού γραφείου.
*Το παραπάνω κείμενο βρίσκεται δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Η Κόκκινη«, φύλλο 31ο (Μάρτης – Απρίλης 2026) που κυκλοφορεί.
