
Γράφει η Δήμητρα Γεμενετζή
Ο φασισμός δεν έρχεται απ’ το μέλλον
καινούργιο τάχα κάτι να μας φέρει
Τι κρύβει μες τα δόντια του, το ξέρω
καθώς μου δίνει γελαστός το χέρι *
Ανάλυση που διεξήχθη από περισσότερους από 150 πολιτικούς επιστήμονες σε 31 χώρες διαπίστωσε ότι το ποσοστό των Ευρωπαίων που ψήφισαν ένα ακροδεξιό κόμμα στις πιο πρόσφατες εθνικές εκλογές της χώρας τους είχε αυξηθεί σε πάνω από 23%, από περίπου 10% πριν από μια δεκαετία και περίπου 5% το 1995. Ένας στους τέσσερις ψηφοφόρους στην Ευρώπη ψηφίζει πλέον ακροδεξιά κόμματα
Την ίδια στιγμή στην Ευρώπη:
Στη Γερμανία το AfD δεν είναι πλέον ένα κόμμα που περιορίζεται στο 10–15%. Σε εθνικό επίπεδο βρίσκεται περίπου στο 28%, ενώ στη Σαξονία-Άνχαλτ οι τελευταίες μετρήσεις το φέρνουν περίπου στο 41–42%, περίπου 20 μονάδες πάνω από το CDU.
Και αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τις 6 Σεπτεμβρίου. Εάν επιβεβαιωθούν αυτά τα ποσοστά, το AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία) θα μπορούσε να γίνει η πρώτη δύναμη σε γερμανικό κρατίδιο και να διεκδικήσει την κυβέρνηση. Θα ήταν πρωτοφανής εξέλιξη στη μεταπολεμική Γερμανία.
Στη Γαλλία το RN (Εθνικός Συναγερμός) παραμένει μία από τις κεντρικές δυνάμεις.
Στην Ιταλία η Μελόνι παραμένει πρώτη, αλλά εμφανίζεται νέα δύναμη ακόμη δεξιότερα, το Futuro Nazionale του Βαννάτσι.
Στην Αυστρία το FPÖ έχει γίνει πρώτη πολιτική δύναμη. Στην Πορτογαλία το Chega έχει μετατραπεί σε μεγάλη κοινοβουλευτική δύναμη, στην Ισπανία το Vox έχει εδραιωθεί ως σημαντική πολιτική δύναμη και έχει αυξήσει την επιρροή του.
Σε Ολλανδία, Σουηδία Φινλανδία, Βέλγιο και Πολωνία, η Ακροδεξιά εμφανίζεται παντού ισχυρή με ανοδικές τάσεις. Από περιθωριακή δύναμη των προηγούμενων δεκαετιών έχει αναδειχθεί αρχικά σε μεγάλη αντιπολιτευτική δύναμη και σε κυβερνητική δύναμη.
Η Ακροδεξιά στην Ευρώπη έχει εξελιχθεί ριζικά από ένα περιθωριακό κίνημα του παρελθόντος σε μια καθοριστική δύναμη, που πλέον επηρεάζει κεντρικές πολιτικές αποφάσεις. Τα κόμματα που την εκπροσωπούν έχουν μετατραπεί σε φορείς που προωθούν την ακροδεξιά ιδεολογία με ένα «σύγχρονο» προσωπείο. Ενστερνίζονται μια φαινομενικά πιο μετριοπαθή οπτική, προκειμένου να διευρύνουν το ακροατήριό τους. Η ρητορική τους εκμεταλλεύεται τον φόβο και την ανασφάλεια, που προκύπτουν από την κοινωνική και οικονομική συστημική κρίση. Με τον τρόπο αυτό, κερδίζουν υποστήριξη, ενσωματώνοντας φασιστικές και ρατσιστικές αντιλήψεις σε ένα υποτιθέμενα «νόμιμο» πολιτικό πλαίσιο. Πολλοί από αυτούς αυτοπροσδιορίζονται ως «πατριώτες», στην προσπάθειά τους να μην ταυτιστούν με φασιστικές–ναζιστικές ιδεολογίες του παρελθόντος. Σε χώρες της Ευρώπης, όπως σε Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία, Πολωνία και αλλού, ζητούν ολοένα και μεγαλύτερη αυστηροποίηση των πολιτικών ασύλου, έως και πλήρης παύση χορήγησής του, ενώ παράλληλα απαιτούν εφαρμογή ακόμη πιο ενισχυμένων αντι-μεταναστευτικών πολιτικών, με ενίσχυση των εθνικών συνόρων.
Στην Ελλάδα, η ακροδεξιά ρητορική αυξήθηκε ραγδαία μετά την οικονομική κρίση του 2009 και το προσφυγικό κύμα του 2015, με τη σταδιακή εδραίωση ακροδεξιών, ξενοφοβικών και ρατσιστικών ιδεολογιών στην πολιτική και τη δημόσια σφαίρα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ευρύτατα διαδεδομένη χρήση του όρου «λαθρομετανάστης» για τους πρόσφυγες, που ουσιαστικά αποσκοπεί στο να αφαιρέσει την ανθρώπινη ιδιότητα από τους ανθρώπους που διαφεύγουν από καταστάσεις πολέμου, βίας και καταπίεσης, παρουσιάζοντάς τους ως παράνομους και επικίνδυνους.
Όσον αφορά τα τελευταία γεγονότα στη Σάμπτα (Θέουτα), «κουτί» ήρθε στην ΕΕ το μακελειό των μεταναστών. Βρήκε, έτσι, την ευκαιρία να εφαρμόσει πιο αποφασιστικά το βάρβαρο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο και να προχωρήσει τη στρατιωτικοποίηση των συνόρων.
Η Ιρλανδία, η οποία ασκεί την εκ περιτροπής προεδρία της ΕΕ, συγκάλεσε έκτακτη τηλεδιάσκεψη των υπουργών Εσωτερικών του μπλοκ. Η Ισπανία και στη συνέχεια μια ομάδα 22 χωρών, μετά από πρωτοβουλία της Ιταλίας και της Δανίας, ζήτησαν διαδοχικά τη σύγκληση των υπουργών.
Ο Π. Σάντσεθ ζήτησε και άλλα κράτη-μέλη να «βάλουν πλάτη» για την καταστολή της μετανάστευσης, ενώ η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζ. Μελόνι, μετά το «πυροτέχνημα» για παύση της ισχύος του χώρου Σένγκεν με την Ισπανία, επέμεινε αντίστοιχα ότι «η υπεράσπιση των εξωτερικών συνόρων της Ένωσης δεν αποτελεί συμφέρον μίας μόνο χώρας, αλλά κοινή ευθύνη όλης της ΕΕ».
Σύμφωνα με πληροφορίες, στη συνεδρίαση των υπουργών Εσωτερικών η Ιταλία πρόκειται να ζητήσει τη δημιουργία κέντρων της ΕΕ για τον επαναπατρισμό «παράτυπων» μεταναστών, κυρίως σε αφρικανικές χώρες, όπως η Ρουάντα, η Σενεγάλη, η Τυνησία, η Λιβύη και η Αίγυπτος, αλλά και σε χώρες όπως η Αρμενία, το Ουζμπεκιστάν και το Μαυροβούνιο.
Παράλληλα η Ρώμη θα επιμείνει στην αποτελεσματική εφαρμογή του μέτρου, βάσει του οποίου οι Βρυξέλλες από το επόμενο έτος θα εφαρμόζουν ευνοϊκούς εμπορικούς δασμούς σε χώρες υπό ανάπτυξη, οι οποίες θα δείχνουν ουσιαστική διάθεση συνεργασίας για να επαναπατρίζονται οι πολίτες τους από την Ευρώπη.
«Πρέπει να πάμε πιο μακριά για να ενισχύσουμε τα σύνορά μας στα πιο κρίσιμα σημεία», τόνισε χθες και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σε επιστολή της προς τον Ισπανό πρωθυπουργό. Μεταξύ των «λύσεων» που προτείνει είναι «αυξημένη εποπτεία και –εφόσον είναι απαραίτητο- χρησιμοποίηση φυσικών φραχτών».
Μέσα σε αυτό το κλίμα φόβου, καταστολής και στρατιωτικοποίησης των συνόρων, έχει ιδιαίτερη σημασία η στάση που θα κρατήσει η Αριστερά στο ισπανικό κράτος, με αφορμή τα γεγονότα στη Θέουτα. Στην ανάγκη να αναδειχθεί η εργαλειοποίηση των μεταναστών από την Ευρώπη, αλλά και από κάθε εξουσία, στο όνομα της δήθεν «ασφάλειας», μέσα από τον φόβο και την καταστολή. Είναι κρίσιμο να σταθούν ξεκάθαρα και χωρίς αμφιταλαντεύσεις στο πλευρό των μεταναστριών ως τμήματος της εργατικής τάξης και όχι ως υπεύθυνων για τα δεινά των Ισπαν(ιδ)ων εργαζόμενων. Να καταστήσουν σαφές ότι αυτά που τους ενώνουν με τα αδέλφια τους, τους μετανάστες, είναι περισσότερα από όσα ο καπιταλισμός και τα αφεντικά προσπαθούν να τους πείσουν ότι τους χωρίζουν. Να σταθούν αταλάντευτα ενάντια στις πολιτικές που συνεπάγονται την καταστολή, την ανάπτυξη στρατιωτικών δυνάμεων και τη δημιουργία μιας στρατιωτικοποιημένης Ευρώπης-φρούριο, επικίνδυνης τόσο για τους πολίτες της όσο και για τους μετανάστες και τις προσφύγισσες.
Να σταθούν στη σωστή πλευρά της Ιστορίας, αγνοώντας τις τεχνητές διαιρέσεις του ρατσισμού και της ξενοφοβίας.
*Στίχοι του Φώντα Λάδη
**Το άρθρο είναι δημοσιευμένο στο 32ο φύλλο της εφημερίδας «Η Κόκκινη» (Σεπτέμβρης 2026), που κυκλοφορεί.
