«Ένας θρήνος για την Ιωάννα Κουτσουράδη» // Musa Kaya

Μετάφραση-επιμέλεια: Λάλε Άλατλι

Λίγα λόγια την Ιωάννα Κουτσουράδη:

Ιωάννα Κουτσουράδη | İoanna Kuçuradis 1936 ~ 2026
Η Ιωάννα Κουτσουράδη (İoanna Kuçuradi) υπήρξε κορυφαία Ελληνίδα φιλόσοφος, καθηγήτρια και συγγραφέας από την Ιστάνμπουλ, η οποία άφησε ανεξίτηλο σημάδι στη σύγχρονη φιλοσοφική σκέψη, με το έργο της να επικεντρώνεται στην ηθική, τη φιλοσοφία των αξιών και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Γεννημένη στις 4 Οκτωβρίου 1936, αποφοίτησε από το ιστορικό Ζάππειο Παρθεναγωγείο το 1954 και ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο Κωνσταντινούπολης, λαμβάνοντας το διδακτορικό της το 1965. Κατά τη διάρκεια της σπουδαίας ακαδημαϊκής της πορείας, ίδρυσε και διηύθυνε το Τμήμα Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Χασετέπε της Άγκυρας, διετέλεσε Πρόεδρος της Φιλοσοφικής Εταιρείας Τουρκίας και της Διεθνούς Ομοσπονδίας Φιλοσοφικών Εταιρειών (FISP), ενώ υπήρξε κάτοχος Έδρας UNESCO στη Φιλοσοφία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, καθώς και διευθύντρια του αντίστοιχου Κέντρου στο Πανεπιστήμιο Μαλτεπέ. Το πλούσιο συγγραφικό της έργο, με χαρακτηριστικά βιβλία όπως τα Ethics and World Problems και Human Rights: Concepts and Problems, της χάρισε διεθνή αναγνώριση και κορυφαίες διακρίσεις, ανάμεσα στις οποίες το Μετάλλιο Γκαίτε (1996), ο Μεγαλόσταυρος της Γερμανίας (2001), το Μετάλλιο Αριστοτέλη της UNESCO (2003), καθώς και ο τίτλος της Επίτιμης Διδάκτορος του Πανεπιστημίου Αθηνών το 2023. Η σπουδαία αυτή προσωπικότητα απεβίωσε στις 2 Οκτωβρίου 2026 σε ηλικία 89 ετών, μόλις δύο ημέρες πριν συμπληρώσει τα 90 της χρόνια, αφήνοντας πίσω της μια ανεκτίμητη πνευματική κληρονομιά.
Θεωρείται η μεγαλύτερη και πιο αναγνωρισμένη φιλόσοφος που γεννήθηκε τα πολλά τελευταία χρόνια στην Τουρκία
.

Ακολουθεί το κείμενο του Musa Kaya.

Ένας θρήνος για την Ιωάννα Κουτσουράδη

Γεμάτη βάσανα, σφαγές, δολοφονίες με γνωστούς και άγνωστους δράστες· η φυλακή του Ερζουρούμ είχε επιλεγεί τη δεκαετία του ’90 ως πειραματικός τόπος, ως τόπος όπου επιχειρούσαν να συντρίψουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Στα παγωμένα, μονόκλινα κελιά της, με μοναδικό αίτημα να σταματήσουν τα βασανιστήρια, κάναμε απεργία πείνας. Ήμασταν τόσο λίγοι, που τα δάχτυλα του ενός χεριού αρκούσαν για να μας μετρήσουν.

Μέσα σε εφιαλτικές νύχτες, που περνούσαν ανάμεσα σε ρατσιστικά εμβατήρια και κραυγές, συνέβη ένα βράδυ κάτι παράξενο. Οι ώρες περνούσαν, όμως ούτε οι βασανιστές ήρθαν στα κελιά μας ούτε ακούστηκαν τα ρατσιστικά εμβατήρια. Περιμέναμε όλοι τη σειρά μας για τα βασανιστήρια —κι αυτή η αναμονή ήταν ίσως το πιο βαρύ βασανιστήριο απ’ όλα. Τότε, από το διπλανό κελί, ένας σύντροφός μας φώναξε. «Heval, ακούγεται γυναικεία φωνή. Την ακούσατε κι εσείς;»

Στην αρχή, γεμάτος θλίψη, σκέφτηκα πως ο σύντροφός μου είχε χάσει την ψυχική του ισορροπία. Προσπάθησα να τον καθησυχάσω με λίγα λόγια δύναμης και αντοχής. Λίγα λεπτά αργότερα, από ένα άλλο κελί ακούστηκε μια φωνή. «Σύντροφοι, ακούγεται γυναικεία φωνή».

Ήταν αδύνατο δύο άνθρωποι, ταυτόχρονα, να είχαν την ίδια ψευδαίσθηση και να άκουγαν την ίδια ανύπαρκτη φωνή. Κι όμως, αυτό που συνέβαινε ήταν παράξενο. Γιατί στην Ειδικού Τύπου φυλακή του Ερζουρούμ δεν υπήρχαν ούτε γυναίκες κρατούμενες ούτε γυναίκες υπάλληλοι. Βεβαίως, υπήρχαν πολύτιμες γυναίκες συντρόφισσές μας που βασανίζονταν απάνθρωπα και αντιστέκονταν μέσα στις φυλακές του Ερζουρούμ· όμως εκείνες βρίσκονταν στην Τύπου Ε΄ φυλακή και όχι στην Ειδικού Τύπου. «Μήπως έφεραν κι αυτές τις γυναίκες συντρόφισσές μας εδώ;» σκέφτηκα. Πλησίασα την πόρτα του κελιού μου, ακούμπησα το αυτί μου στο μικροσκοπικό παραθυράκι και προσπάθησα να ακούσω τη φωνή που ερχόταν από τον διάδρομο.

Μέσα στο κελί ήμασταν γυμνοί, ολόγυμνοι, όπως μας γέννησε η μάνα μας. Δεν μας είχαν αφήσει τίποτα επάνω μας, ούτε καν εσώρουχο. Πάνω σε μια γυμνή, σιδερένια κουκέτα, πέρα από μια βρόμικη, ματωμένη στρατιωτική κουβέρτα, δεν υπήρχε τίποτε άλλο πάνω μας. Έτσι, γυμνός, ενώ προσπαθούσα να ακούσω τις φωνές που ακούγονταν από τον διάδρομο, ξαφνικά, η συρόμενη πόρτα του κελιού άνοιξε. Μπροστά μου στεκόταν μια ομάδα με πολιτικά, ανάμεσά τους δύο γυναίκες, και πίσω τους ένα ολόκληρο πλήθος βασανιστών-δεσμοφυλάκων. Όλοι στέκονταν εκεί και κοιτούσαν εμένα. Επειδή το δικό μου ήταν το πρώτο κελί, είχαν ανοίξει πρώτα τη δική μου πόρτα. Τους βασανιστές τούς είχα συνηθίσει. Ποιοι όμως ήταν αυτές οι γυναίκες και αυτοί οι άντρες;

Κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον με αμηχανία και έκπληξη. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, με καθαρό και γλυκό πρόσωπο, από εκείνες τις γυναίκες που σου αποπνέουν κάτι μητρικό, κοίταξε με πόνο το γυμνό μου σώμα. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Κατάπιε δύσκολα και ψιθύρισε «Θεέ μου».

Ύστερα γύρισε αμέσως προς τον αρχιδεσμοφύλακα Σεμίχ, έναν από τους διαβόητους βασανιστές της φυλακής του Ερζουρούμ, και τον ρώτησε «Πού είναι τα ρούχα του;»

Ο Σεμίχ, με τη χαρακτηριστική τοπική προφορά του Ερζουρούμ, απάντησε «Τα σκίζουν, τα κάνουν σκοινί και κρεμιούνται μ’ αυτά. Γι’ αυτό δεν τους δίνουμε ρούχα».

Μέχρι τότε, στη φυλακή του Ερζουρούμ, ο σύντροφός μας Σελαμί Ζορό είχε βάλει τέλος στη ζωή του απαγχονιζόμενος, διαμαρτυρόμενος για τα βασανιστήρια. Ο σύντροφός μας Μεχμέτ Μερτζάν, από την άλλη, είχε εκτελεστεί από τους δεσμοφύλακες και στη συνέχεια είχε παρουσιαστεί ο θάνατός του ως αυτοκτονία διά απαγχονισμού.

Η ηλικιωμένη κυρία, με απορία και έκπληξη, γύρισε προς τον βασανιστή και ρώτησε «Γιατί να κρεμαστεί ένας άνθρωπος με τα ίδια του τα ρούχα;»

Η απάντηση του αρχιδεσμοφύλακα δεν άφηνε σχεδόν τίποτα άλλο να ειπωθεί. «Αυτοί είναι εχθροί του κράτους. Κρεμιούνται μόνοι τους για να συκοφαντήσουν το κράτος και να το εκθέσουν».

Η ηλικιωμένη γυναίκα δεν βρήκε λόγια να απαντήσει. Κούνησε μόνο το κεφάλι της και είπε «Τι κρίμα για την ανθρωπότητα…»

Κι ενώ εκείνοι μιλούσαν, εγώ ένιωθα περισσότερη ντροπή για το γυμνό μου σώμα απ’ όση είχαν ποτέ καταφέρει να μου προκαλέσουν οι βασανιστές. Έκλεισα με τα χέρια μου μπροστά μου, οπισθοχώρησα δύο-τρία βήματα μέσα στο κελί και προσπάθησα να σταθώ όσο πιο πλάγια μπορούσα, για να κρύψω όσο γινόταν, τη γύμνια μου.

Τότε ένας από της αντιπροσωπείας μίλησε αυστηρά στους δεσμοφύλακες. «Δώστε τους τα ρούχα τους!» Ένας δεσμοφύλακας έφερε τα ρούχα μου, καθώς και τα ρούχα των συντρόφων μου στα άλλα κελιά, και τα πέταξε μέσα. Ντυθήκαμε γρήγορα. Ύστερα μας έβγαλαν όλους στον διάδρομο και μας οδήγησαν, μαζί με τους ανθρώπους που είχαν έρθει, σε μια άδεια αίθουσα.

Μας είπαν ότι αυτοί με τα πολιτικά ήταν άνθρωποι από την Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ότι ανάμεσά τους βρισκόταν και ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Μίλησαν μαζί μας για πολλή ώρα. Και τελικά, αφού μας έδωσαν την υπόσχεση ότι τα βασανιστήρια θα σταματούσαν, τερματίσαμε την απεργία πείνας.

Πέρασαν τριάντα τρία χρόνια. Η σωματική μου αιχμαλωσία τελείωσε. Άρχισαν όμως τα χρόνια της εξορίας. Και τώρα, στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας, μαζί με λίγους ακόμη ακούραστους συντρόφους —τόσους, που πάλι τα δάχτυλα του ενός χεριού σχεδόν αρκούσαν για να μας μετρήσουν— είχαμε κατασκευάσει με τα ίδια μας τα χέρια, μέσα σε δύσκολες συνθήκες, ένα κελί ανάκρισης. Εκεί, μέσα σε αυτό το κελί, ετοιμαζόμασταν για τα τελευταία γυρίσματα μιας ταινίας βασανιστηρίων που μιλούσε για τις σκοτεινές, ανεξιχνίαστες δολοφονίες της δεκαετίας του ’90. Την επόμενη ημέρα θα άρχιζαν τα γυρίσματα. Όταν νύχτωσε, όλη η ομάδα έφυγε. Μείναμε μόνο εγώ και ο νεαρός ηθοποιός και σύντροφός μας, ο Ισίβε Γκόι. Όταν εγώ ζούσα εκείνες τις μέρες των βασανιστηρίων, εκείνος δεν είχε ακόμη γεννηθεί. Τριάντα τρία χρόνια αργότερα, όμως, έπαιζε τον ρόλο του ανθρώπου που είχε νιώσει μέχρι το μεδούλι του τις κακουχίες και τα βασανιστήρια που έζησε η δική μας γενιά. Κάναμε πρόβα μέχρι τις τρεις τα ξημερώματα. Ύστερα ξαπλώσαμε στους καναπέδες για να κλέψουμε λίγες ώρες ύπνου. Πριν κλείσω τα μάτια μου, άνοιξα το τηλέφωνό μου για να ρίξω μια ματιά στις ειδήσεις ενός πρακτορείου. Και τότε ένιωσα σαν να ξεριζώθηκε ένα κομμάτι από μέσα μου.

Ναι. Ήταν εκείνη. Η γυναίκα που, τριάντα τρία χρόνια πριν, είχε σταθεί στην πόρτα του κελιού μου, απέναντι από το γυμνό σώμα μου, ένα σώμα μισοδιαλυμένο από τα βασανιστήρια και την απεργία πείνας. Η ίδια γυναίκα που είχε δακρύσει βλέποντάς με. Η ίδια γυναίκα που η φωνή της είχε τρέμει μπροστά σε εκείνη τη γύμνια που οι βασανιστές δεν ντρέπονταν να επιβάλουν. Τη νύχτα εκείνη, τριάντα τρία χρόνια αργότερα, έμαθα τον θάνατό της.

Και πάλι μέσα σε μια σκηνή βασανιστηρίων. Είχε φύγει από κοντά μας μια γυναίκα που κουβαλούσε μέσα στην καρδιά της την ανθρωπιά. Ένας υπέροχος άνθρωπος, η ΙΩΑΝΝΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΑΔΗ.

Oxir bê jina dilbijî. Cihê te ronî be.*

*Καλό σου ταξίδι, γυναίκα με την καρδιά γεμάτη παράδεισο. Να είναι φωτεινός ο τόπος σου.

O Musa Kaya γεννήθηκε το 1973 στην πόλη Άγρι (Ağrı) του Βόρειου Κουρδιστάν. Κατά τα νεανικά του χρόνια, όταν βρέθηκε αντιμέτωπος με επιθέσεις τόσο λόγω της καταπιεζόμενης κουρδικής του ταυτότητας όσο και λόγω των αριστερών σοσιαλιστικών του ιδεών, εντάχθηκε σε νεαρή ηλικία στον ενεργό αγώνα του κουρδικού κινήματος ελευθερίας.

Το 1994 συνελήφθη και, αφού υποβλήθηκε επί 33 ημέρες σε βασανιστικές ανακρίσεις, προφυλακίστηκε. Χωρίς να οδηγηθεί ποτέ ενώπιον δικαστηρίου, πέρα από την ανάκριση από τον ανακριτή, και χωρίς να έχει καν δικηγόρο, καταδικάστηκε από το Κρατικό Δικαστήριο Ασφαλείας (DGM) του Ερζιντζάν στην Τουρκία σε θανατική ποινή, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη (36 χρόνια). Παρέμεινε στη φυλακή για 30 χρόνια.

Ενώ απέμεναν ακόμη έξι χρόνια μέχρι την ολοκλήρωση της ποινής του, αποφυλακίστηκε λόγω βαριάς μορφής καρκίνου, καθώς θεωρήθηκε ότι βρισκόταν σε κατάσταση που πιθανότατα θα οδηγούσε στον θάνατό του. Ωστόσο, όταν διαπιστώθηκε ότι η θεραπεία είχε θετικά αποτελέσματα και ότι δεν κινδύνευε πλέον άμεσα να πεθάνει, εκδόθηκε εκ νέου ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Ως αποτέλεσμα, αναγκάστηκε να καταφύγει στην Ευρώπη ως πολιτικός πρόσφυγας.

Μετάφραση από τα τουρκικά: Lale Alatli

İoanna Koutsouradi’ye Ağıt

Bol işkenceli, kahırlı, katliamlı; faili belli, faili meçhul cinayetli 90’lı yılların insan haysiyetini kırmak üzere pilot bölge olarak seçilmiş Erzurum cezaevinin tek kişilik soğuk hücrelerinde tek bir taleple, sadece işkencenin durdurulması talebiyle Bir elin parmak sayısı kadar olan sayımızla ölüm orucundaydık. Irkçı marşlar ve çığlıklarla geçirdiğimiz kabus gecelerden bir gece garip bir şey oldu. Saatler ilerlediği halde ne işkenceciler bize uğradı ne de ırkçı maaşlar çalındı. Hepimiz işkence sıramızı beklerken (ki bu en ağır işkenceydi) yan hücrelerden bir arkadaşımız «Heval, kadın sesi geliyor, siz de duydunuz mu?» diye seslendi.

Ben üzüntü ile arkadaşımın mental dengesini kaybettiğini düşünerek kendisine güç ve direnç verecek birkaç söz ile sakinleştirmeye çalıştım. Birkaç dakika sonra bir başka hücreden yükselen bir ses «Arkadaşlar kadın sesi geliyor,»dedi.

Her iki arkadaşın aynı anda aynı sesi duyacak şekilde halüsinasyon görmesi mümkün olamazdı. Öte yandan bu garip bir durumdu. Çünkü Erzurum özel tip cezaevinde ne kadın tutsak vardı nede kadın personel.  Elbette Erzurum zindanında insanlık dışı işkencelere tabi tutulan ve direnen çok değerli kadın yoldaşlarımız vardı ama onlar özel tipte değil E tipi cezaevindeydi. Bu nedenle «acaba kadın arkadaşları da mı özel tip cezaevine sürgün ettiler» diye düşünerek hücremin kapısına yaklaşıp kulağımı kapının küçücük mazgalına dayayarak sesi dinlemeye çalıştım.

Hücrenin içinde anadan doğma çıplaktık. Hiçbirimizin üzerinde iç çamaşırı dahil hiçbir şey bırakılmamıştı. Çıplak bir demir ranzanın üzerinde kirli, kanlı askeri bir battaniyenin dışında ne üstümüzde ne altımızda hiçbir şey yoktu. Ben o vaziyette mazgaldan maltadaki sesleri dinlemeye çalışırken bir anda hücrenin raylı kapısı çekildi. Karşımda içlerinde iki kadın bulunan bir grup sivil insan arkalarında sürüyle işkenceci gardiyan öylece durmuş bana bakıyorlardı. Ben en baştaki hücrede olduğum için ilk olarak benim kapım açılmıştı. İşkencecilere alışıktım ama bu kadınlar ve erkekler de kimdi?

Şaşkınlıkla ben onlara onlar bana bakarken grubun içindeki temiz yüzlü anacan bir kadın çıplak bedenimi acıyla süzdükten sonra gözleri dolarak ve yutkunarak «aman tanrım» dedi ve hemen ardından işkenceci baş gardiyan Semih’e dönerek «Bunun giysileri nerede?» diye sordu.

Erzurum cezaevinin namlı işkencecilerinden baş gardiyan Semih dadaş şivesi ile «Elbiseleri yırtıp ip yapir çendilerini asirler. Ona sebep elbise vermirik,» dedi. O zamana kadar Erzurum cezaevinde Selami Zoro adlı arkadaşımız işkenceleri protesto etmek için kendini asarak yaşamına son vermiş, Mehmet Mercan adlı arkadaşımız ise gardiyanlar tarafından infaz edilmiş ancak kendini astığı süsü verilmişti.

Yaşlı kadın merak ve şaşkınlıkla işkenceciye dönerek «Bir insan neden kendi elbisesiyle kendini assın ki?» diye sordu.

İşkenceci baş gardiyanın cevabı söylenecek söz bırakmaz nitelikteydi. «A, bunlar devlet düşmanı sırf devleti tohmet altında bırakmak için çendilerini asirler».

Yaşlı kadın bu cevaba karşı söyleyecek söz bulamayınca başını sallayıp «Yazık insanlığa,» demekle yetindi.

Tabii onlar konuşurken ben işkencecilerin  yapamadığı kadar çıplak bedenimden hayâ ederek ellerimle önümü kapatıp hücremin içinden 2-3 adım geriye gidip mümkün olduğu kadar yan durmaya çalışıyordum.

Heyetteki sivillerden biri gardiyanlara sert bir sözle «Elbiselerini verin,» deyince bir gardiyan  benim ve diğer hücrelerdeki arkadaşlarımın elbiselerini getirip hücrelerin içine attı. Kısa sürede üstümüzü giyindik sonra da hepimiz koridora çıkarıldık  gelen sivillerle birlikte boş bir salona alındık.

Gelenler İnsan Hakları Derneği’nden geldiklerini içlerinde Adalet Bakanlığı’nın temsilcisinin de bulunduğunu ifade ederek bizlerle uzun uzun konuştular. Ardından işkencelerin durdurulacağı sözüyle ölüm orucunu sonlandırdık.

Aradan 33 yıl geçti. Fiziki esaretim bitti, bu kez sürgün yılları başladı. Hollanda’nın Rotterdam şehrinde yine bir elin parmak sayısını aşmayan emektar arkadaşlarımla kıt koşullarda kendi ellerimizle inşa ettiğimiz bir sorgu hücresinin içinde geçecek olan ve 90’lı yılların faili meçhul günlerini konu alan bir işkence filminin son hazırlıklarını yapıyorduk. Ertesi gün çekimlerimiz başlayacaktı. Gece olunca bütün ekip dağıldı, yalnızca ben ve ben o işkenceli günleri yaşarken henüz dünyaya gelmemiş ama 33 yıl sonra bizim kuşağın yaşadığı işkenceleri iliklerine kadar hissederek oynayan genç oyuncu arkadaşım Îsivê Goyî ile gecenin üçüne kadar prova yaptıktan sonra birazcık kestirmek üzere kanepelere uzandık. Uyumadan önce bir ajans haberine bakmak üzere telefonumu açtığımda içimden  bir parçanın koptuğunu hissettim. Evet 33 yıl önce hücremin kapısında işkence ve ölüm orucu ile yarı yarıya erimiş çıplak bedenimin karşısında gözleri dolan ve sesi titreyen o kadının öldüğü haberini yine bir işkence sahnesinde aldım. Aramızdan ayrılıp giden ve yüreğinde insanlık taşıyan o kadın, o güzel insan İOANNA KUÇURADİ idi.

Oxir be jina dilbihuşt. Cîhê te ronî be.

Musa Kaya 1973 yılında Kuzey Kürdistan’ın Ağrı şehrinde dünyaya geldi. Gençlik yıllarında hem baskı altındaki Kürt kimliği hem de sol sosyalist düşünceleri nedeniyle saldırılarla karşı karşıya kalınca genç yaşta Kürt özgürlük siyaseti içinde aktif mücadeleye katıldı. 1994 yılında gözaltına alınıp 33 gün boyunca işkenceli sorgudan geçirildikten sonra tutuklandı. Sorgu hakimliği dışında hiçbir biçimde mahkeme karşısına çıkarılmadan ve hiç avukatı olmadan Türkiye – Erzincan DGM’de (devlet güvenlik mahkemesi) idam cezası cezası verildi. Daha sonra cezası müebbet hapse (36 yıl)  dönüştürülüp 30 yıl cezaevinde tutuldu. Henüz cezasının bitmesini 6 yıl kalmışken ağır kanser hastalığı nedeniyle öleceği tahmin edilerek tahliye edildi. Ancak tedavinin olumlu sonuç vermesi ile ölmeyeceği anlaşılınca yeniden tutuklama kararı çıkarıldı. Bunun üzerine siyasi mülteci olarak Avrupa’ya gitmek zorunda kaldı.

Σχολιάστε