ΒΟΛΙΒΙΑ//Ο ηρωικός αγώνας των μαζών προδόθηκε από τους γραφειοκράτες

Γράφει η Έμα Λέιτες  

Δεν έχουν περάσει καλά-καλά έξι μήνες από τη μέρα που ανέλαβε την προεδρία της χώρας στη Βολιβία ο δεξιός Rodrigo Paz και ήδη ο λαός τον έχει αποδοκιμάσει έντονα στους δρόμους, ζητώντας την παραίτησή του. Από τα τέλη Απρίλη 2026  και επί σχεδόν δύο μήνες συνεχούς διαμαρτυρίας, ο λαός απαιτούσε την απομάκρυνσή του, καταγγέλλοντάς τον ότι ξεπουλά τον φυσικό πλούτο της χώρας. Τον καταγγέλλουν επίσης και ως «μαριονέτα του Τραμπ».

Στα μπλόκα

Όμως το κόκκινο πανί που κέντρισε τις μάζες για να κατεβούν στον δρόμο ήταν α) η ψήφιση του νόμου 1720, που απειλούσε το δικαίωμα των αυτόχθονων πληθυσμών και των μικρών αγροτών να καλλιεργούν τη γη και να επιχειρούν μικρής έκτασης οικογενειακές εξορύξεις, όπως κάνουν σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες ιθαγενείς. Αντίθετα, ο νόμος αυτός ευνοούσε φανερά τις πολυεθνικές εταιρείες εξόρυξης και τους μεγαλοαγρότες. Και β) η κατάργηση των κρατικών επιδοτήσεων στα καύσιμα, που εκτόξευσε την ακρίβεια στα είδη βασικής ανάγκης.

Η απάντηση της κυβέρνησης ήταν ωμή καταστολή. Επιτέθηκαν αρχικά οι αστυνομικές δυνάμεις με δακρυγόνα και πλαστικές σφαίρες, για να ακολουθήσει ο στρατός με αληθινές σφαίρες αυτή τη φορά. Τα «ponchos rojos» (ιθαγενείς με τις χαρακτηριστικές κόκκινες παραδοσιακές ενδυμασίες) ήταν ανυποχώρητες/οι δηλώνοντας: «Δεν γυρνάμε σπίτι μέχρι να πέσει. Είμαστε σε πόλεμο μέχρι η τελευταία και ο τελευταίος από εμάς να είναι όρθιος και ζωντανός. Νέοι, γέροι, έγκυες γυναίκες, όλοι θα παραμένουμε στους δρόμους, γιατί είναι ή αυτοί ή εμείς. Αλλιώς, θα χάσουμε τη γη μας και τα παιδιά μας θα είναι σκλάβοι».

Όταν οι μάζες καλούν σε πόλεμο, το εννοούν. Ιθαγενείς ανθρακωρύχοι εισέβαλαν στην πρωτεύουσα Λα Πας και χρησιμοποίησαν δυναμίτη, για να ανατινάξουν τα μπλόκα της αστυνομίας, στην προσπάθειά τους να φτάσουν ως το προεδρικό μέγαρο. Για πολλές εβδομάδες οι πιο σημαντικές οδικές αρτηρίες της Βολιβίας ήταν αποκλεισμένες από ιθαγενείς και αγρότες. Και, σε γενικές γραμμές, οι απόπειρες του στρατού να σπάσουν τον αποκλεισμό αποτύγχαναν.

Στην πόλη Σαν Χουλιάν της επαρχίας Σάντα Κρους, της περιοχής όπου αφθονούν οι αντικομμουνιστές νοικοκυραίοι, μετά την αποτυχία του στρατού να ανοίξει τα μπλόκα των ιθαγενών, δοκίμασαν να κατεβούν στη μάχη τα τάγματα εφόδου της φασιστικής Unión Juvenil Cruceñista (UJC). Αυτοί επιτέθηκαν στα μπλόκα με αυτοσχέδια μπαζούκας και στειλιάρια,  αλλά αποκρούστηκαν και τράπηκαν σε φυγή μπροστά στα δόρατα, τις πέτρες και τον δυναμίτη των ιθαγενών.

Πέρα από τον ηρωισμό στον δρόμο, οι βολιβιανές μάζες έδωσαν αξιόλογα δείγματα αυτοοργάνωσης. Ιδιαίτερα οι μαχητ(ρι)ες της πόλης Άλτο, της πόλης–σύμβολο του βολιβιανού μαχητικού προλεταριάτου, που είχαν αναλάβει να οργανώσουν τον αποκλεισμό της πρωτεύουσας Λα Πας, καλούσαν τακτικά συνελεύσεις βάσης, τόσο στις γειτονιές όσο και στα οδοφράγματα.

Πώς ηττήθηκε αυτός ο αγώνας;

Μέσα στον Μάη η κυβέρνηση αναγκάστηκε να ανακαλέσει τον νόμο 1720, χωρίς να καταφέρει να επιστρέψουν στα σπίτια τους οι εξεγερμένες/οι. Τα μπλόκα συνεχίστηκαν με αποφασιστικότητα. Αλλά την τρικλοποδιά στο κίνημα μαζών την έβαλαν οι συνδικαλιστές ηγέτες της COB (Κεντρική Εργατική Ομοσπονδία της Βολιβίας) του Μάριο Αρόγιο. Ενώ τη λήξη του αγώνα τη σφύριξε ο ίδιος ο ηγέτης της ρεφορμιστικής Αριστεράς Έβο Μοράλες, αποσύροντας το αίτημα για πτώση του προέδρου Ροντρίγκο Παζ από τον δρόμο και καλώντας τον κόσμο σε ανασυγκρότηση για μελλοντική εκλογική κάθοδο.

Η COB είχε ήδη, από τις 4 Μάη, καλέσει σε απεργία διαρκείας κατά του προέδρου Πας και της κυβέρνησής του. Ταυτόχρονα με αυτό το πομπώδες κάλεσμα, τα συνδικάτα δεν έκαναν το παραμικρό για να οργανώσουν αυτή τη γενική απεργία. Σημαντικά Εργατικά Κέντρα, όπως αυτό της δύσκολης Σάντα Κρους αλλά και της παραδοσιακά μαχητικής Κοτσαμπάμπα, δεν κατέβηκαν έστω τυπικά στον δρόμο. Και παρόλο που πολλές χιλιάδες συνδικαλισμένοι εργαζόμενοι συμμετείχαν ατομικά με ενθουσιασμό και σθένος στις κινητοποιήσεις, πουθενά δεν εμφανίστηκε οργανωμένη η βολιβιανή εργατική τάξη για να πάρει στις πλάτες της τη μάχη.

Στα μπλόκα οι οργανώσεις, που ανέλαβαν να τα οργανώσουν, ήταν κυρίως η ομοσπονδία αγροτών Τουπάκ Καταρί του Βισέντε Σαλασάρ και η ιθαγενική γυναικεία αγροτική οργάνωση Μπαρτολίνα Σίσα, με επικεφαλής την Χουλιάνα Τόρρες, σταθερή υποστηρίκτρια του Έβο Μοράλες. 

Από τις 10 Ιούνη ο Σαλασάρ της ομοσπονδίας Τουπάκ Καταρί έχει συλληφθεί και αντιμετωπίζει σήμερα κατηγορίες για τρομοκρατία, εγκληματική δράση κατά των αρχών και περίπου τον μισό ποινικό κώδικα. Την ίδια ώρα που ο βολιβιανός στρατός είχε αρπάξει ως τρόπαιο τον ηγέτη των αγροτικών μπλόκων, οι συνδικαλιστές γραφειοκράτες της COB ξεκινούσαν συνομιλίες με την κυβέρνηση.  

Στις 19 Ιούνη ο επικεφαλής της COB Μάριο Αρόγιο υπέγραψε κεντρική συμφωνία με την κυβέρνηση αδειάζοντας το κίνημα, με αντάλλαγμα μικρές κυβερνητικές υποχωρήσεις. Από εκείνη τη στιγμή και πέρα το κόκκινο πόντσο των μπλόκων άρχισε να ξηλώνεται με πολύ γρήγορους ρυθμούς. Και στις 22 Ιούνη ο Μοράλες ανακοίνωσε το «cuarto intermedio», δηλαδή την προσωρινή αναστολή των αποκλεισμών.

Το πόση αξία έχει η συμφωνία που υπέγραψαν οι γραφειοκράτες και οι ελάχιστες παραχωρήσεις που απέσπασαν, φαίνεται από το ότι έχουν ξεκινήσει ήδη οι διαπραγματεύσεις της βολιβιανής κυβέρνησης με το ΔΝΤ για δάνειο δισεκατομμυρίων δολαρίων. Αυτό θα σημάνει αυτόματα άγρια λιτότητα για τον λαό με έκτακτα μέτρα, ακριβώς όπως και πριν λίγα χρόνια στην Ελλάδα.

Το ηρωικό και υποδειγματικό κίνημα των ιθαγενών και των «από τα κάτω» στη Βολιβία προδόθηκε για τριάντα αργύρια. Η έλλειψη ισχυρής επαναστατικής Αριστεράς, γειωμένης στους βασικούς εργατικούς χώρους, που να μπορεί να οργανώνει και να ηγείται, είναι κρίσιμης σημασίας απουσία. Ακόμη και στη Βολιβία, με την τόσο σπουδαία αγωνιστική ιθαγενική παράδοση. 

*Το παραπάνω άρθρο βρίσκεται δημοσιευμένο στην εφημερίδα «Η Κόκκινη» φύλλο 32ο (Σεπτέμβρης 2026) που κυκλοφορεί.

Σχολιάστε