
*Ποίηση: Μαρίνα Ικονόμοβα Σόκεβα
*Μετάφραση: Σωτήρης Μηνάς
ΔΕΝ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ
Ξαφνικά, όλα έγιναν ένα τίποτα.
Κάθε καμπύλη πάνω στη γη,
οι καμπύλες των λόφων,
το σπιράλ του σαλιγκαριού,
τα ορμητικά νερά στα ρυάκια,
μα πάνω απ’ όλα οι πτυχώσεις του μυαλού μου,
όλα ξεχειλώσανε σε μια βαρετή ευθεία.
Το ζωντανό μου βλέμμα,
που σαν σπιτόγατα χοροπηδούσε άτακτα
από το ένα αντικείμενο στο άλλο,
άρχισε τώρα ταπεινά να σέρνεται στο χαλί
σαν σκυλί που το μάλωσαν.
Κι εγώ, κοιτώντας από το επίπεδο του πατώματος,
βλέπω τον εαυτό μου εντελώς ξαπλωμένο.
Μια χοντρή γραμμή παρατημένη
στον καναπέ του σπιτιού,
με κρεμασμένα χέρια και πόδια
σαν μαραμένα κλαδιά.
Να τα,
τα ψίχουλα της πίτας, οι λεκέδες από το λάδι
του χθεσινού ψαριού,
α, ναι, και η οδοντογλυφίδα
που μυστηριωδώς μού γλίστρησε απ’ το χέρι·
και σήμερα, όπως και αύριο,
όπως και ποιος ξέρει για πόσα πρωινά ακόμα,
θα σαπίζουν αναπαυτικά
εκεί που έπεσαν, στο πάτωμα.
ΓΕΥΜΑ
Μαγειρεύουμε.
Κι έπειτα τα χέρια μας
βιαστικά στρώνουν το τραπέζι.
Εσύ το τραπεζομάντιλο, εγώ τα πιάτα.
Εσύ τα μαχαιροπίρουνα, εγώ τα ποτήρια.
Καθόμαστε,
εσύ στην κεφαλή,
εγώ απέναντι,
και ξεκινάμε.
Δεν τρώμε το ίδιο.
Το ίδιο ποτό δεν κελαρύζει στα ποτήρια μας.
Δεν είναι καν το ίδιο τραπέζι.
Εσύ στην κεφαλή
φαντάζεσαι το πρόσωπο μου απέναντι,
και το αντίστροφο.
Από πόσα άραγε τέτοια γεύματα
αποτελείται η ζωή μας,
εσύ στη μία,
κι εγώ στην άλλη άκρη του κόσμου;
Ανάμεσά μας ένα απέραντο τραπέζι
γεμάτο ξένους,
που αδιάφορα γλεντάνε
με τα αποφάγια που αφήσαμε.
ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ
Ευλογημένα να είστε, μικρά βάσανα…
Ευλογία, Μπλάζε Κόνεσκι
Όταν για πρώτη φορά της έβαλε τις φωνές
δεν ήταν αρκετό για να διαλυθεί η σχέση,
ούτε οι μακρόσυρτες σιωπές μετά από κάθε αντίρρηση
ήταν αιτία για να καταστραφεί ένα σπίτι.
Το βροντοχτύπημα της πόρτας ενώ εκείνη κοιμόταν πλάι στο μωρό,
η ξαφνική αλλαγή των καναλιών στην τηλεόραση,
το να μην δίνει απαντήσεις,
οι αθετημένες συμφωνίες,
ο αποκλεισμός της από τις σημαντικές στιγμές
της κοινής τους ζωής.
Η στιγμή που το «δικό τους» έγινε «δικό του»…
Όταν το ξανασκέφτονταν πέντε φορές πριν τον ρωτήσει κάτι.
Όταν το κρεβάτι έγινε υπερβολικά στενό για τους δυο τους…
Ω, εσείς μικρές, καθημερινές δυσαρέσκειες,
ευλογημένη να είναι η ασημαντότητά σας,
γιατί όσο δεν πέφτει ένα καυτό χαστούκι,
όσο δεν μυρίζει εμετό και ρακή,
το ότι «η μαμά δεν είναι ευτυχισμένη»
δεν θεωρείται αρκετός λόγος
για να σπάσει η αλυσίδα.
Και εξαιτίας αυτής της φαινομενικής σας ασημαντότητας,
εκείνη κάθε μέρα κομματιάζει την ψυχή της,
κρατώντας γερά τους τέσσερις τοίχους
του βασικού κυττάρου μιας υγιούς κοινωνίας.
ΟΙ ΜΙΚΡΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΟΝΕΙΡΑ
Οι μικρές πόλεις
σκοτώνουν τα μεγάλα όνειρα,
σαν φοβισμένες μάνες
τα νόθα παιδιά τους.
Είναι αρρώστια τα μεγάλα όνειρα
για τους στενούς επαρχιακούς γοφούς.
Τους ξεχειλώνουν πέρα από τα όρια του μυαλού,
ανοίγουν διάπλατα οι κόρες των ματιών,
και τα στόματα γελάνε πιο ελεύθερα.
Όλο το γύρω περιβάλλον τεντώνεται
και μέσα στις ρωγμές που ανοίγουν
γκρεμίζεται το παλιό τοπίο·
γι’ αυτό, το καλύτερο είναι, πριν καν μαθευτούν,
να τα πνίξουν στη σιωπή, κάτω από το πάπλωμα.
Κι έπειτα, ξαλαφρωμένες από το κρίμα,
παραδίνονται και πάλι
στον εκατοντάχρονο λήθαργό τους.
Σύντομο Βιογραφικό
Η Μαρίνα Ικονόμοβα Σόκεβα (Οχρίδα, 1966) αποφοίτησε από το Τμήμα Αγγλικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλολογικής Σχολής «Μπλάζε Κόνεσκι» των Σκοπίων.Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε ποιητικά αλμανάκ και λογοτεχνικά περιοδικά (έντυπα και ηλεκτρονικά) στη Μακεδονία, τη Σερβία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και το Μαυροβούνιο. Στα αγγλικά, έργα της έχουν φιλοξενηθεί στην ιστοσελίδα του διεθνούς φεστιβάλ «Ledbury Poetry Festival» και στο αμερικανικό περιοδικό «Superpresent». Συμμετέχει σταθερά σε μεγάλα ποιητικά φεστιβάλ και λογοτεχνικές συναντήσεις, τόσο στην πατρίδα της όσο και στην ευρύτερη περιοχή.
Ποιήματά της περιλαμβάνονται στην ανθολογία γυναικείας ποίησης «Νεράιδες» (Samodivi), στην ανθολογία «Ποιητές της Οχρίδας», καθώς και στην «Ανθολογία του Πόθου». Επιπλέον, είναι μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού για τον πολιτισμό, τη λογοτεχνία και τις τέχνες «(e)Lit».
