
Γράφει η Λάλε Άλατλι
*Το κείμενο που ακολουθεί είναι η ομιλία της συντρόφισσας Λάλε Άλατλι στη βιβλιοπαρουσίαση της μπροσούρας της «Κόκκινης» με τίτλο «Γκρεμίζοντας Σύνορα Χτίζοντας Γέφυρες» στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το Σάββατο 27 Ιούνη 2026 στο Πάρκο Ξαρχάκου.
Είναι ιδιαίτερη συγκίνηση για μένα να βρίσκομαι σήμερα εδώ, όχι μόνο ως μεταφράστρια αυτής της ανθολογίας, αλλά και ως μία από τις δημιουργούς της.
Όταν ξεκίνησα να μεταφράζω τα ποιήματα αυτής της ανθολογίας, δεν φανταζόμουν ότι στο τέλος δεν θα είχα απλώς μεταφράσει ένα βιβλίο. Θα είχα αποκτήσει μια καινούργια οικογένεια. Μια οικογένεια από ποιήτριες και ποιητές, από την Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο, που μιλούν διαφορετικές γλώσσες αλλά ονειρεύονται τον ίδιο κόσμο. Οι γέφυρες δεν χτίζονται μόνο με πέτρα και σίδερο. Χτίζονται με λέξεις. Με εμπιστοσύνη. Με την απόφαση να ακούσεις τον άλλον πριν τον φοβηθείς.
Σε μια εποχή που τα σύνορα υψώνονται ξανά, που οι φράχτες πολλαπλασιάζονται και ο εθνικισμός δηλητηριάζει τις κοινωνίες μας, η λογοτεχνία μπορεί να κάνει κάτι που η διπλωματία πολλές φορές αδυνατεί: να μας θυμίσει ότι ο απέναντι δεν είναι ο εχθρός. Είναι ένας άνθρωπος που αγαπά, φοβάται, ελπίζει και πονά όπως κι εμείς.
Και αυτό δεν είναι καθόλου αθώο. Γιατί η πραγματική λογοτεχνία δεν είναι ουδέτερη, όπως και αυτής της ανθολογίας. Είναι μια λογοτεχνία, που δεν σωπαίνει μπροστά στις αδικίες. Είναι μια λογοτεχνία, που δεν σωπαίνει μπροστά στη γενοκτονία στη Γάζα. Είναι μια λογοτεχνία, που αρνείται να συνηθίσει τον θάνατο των παιδιών, τον ξεριζωμό, την προσφυγιά και τον πόλεμο.
Στην Τουρκία υπάρχει ένα πικρό αστείο. Λένε πως, για να σε πάρουν στα σοβαρά ως ποιητή ή συγγραφέα, πρέπει πρώτα να έχεις περάσει από τη φυλακή. Επίσης έχουμε ένα ανέκδοτο. Πάει ένας στη βιβλιοθήκη της φυλακής για να ζητήσει ένα βιβλίο. Ο βιβλιοθηκονόμος απαντάει «Δεν έχουμε αυτό το βιβλίο, αλλά έχουμε τον συγγραφέα του».
Δυστυχώς, πίσω από το χιούμορ κρύβεται μια σκληρή αλήθεια. Οι περισσότεροι τουρκόφωνοι ποιητές και ποιήτριες, που συμμετέχουν σ’ αυτή την ανθολογία, γνώρισαν τη φυλακή, τις διώξεις ή την εξορία εξαιτίας των πολιτικών τους ιδεών. Από τους 15, οι πέντε δεν γεύτηκαν τα φαγητά της φυλακής. Οι τέσσερις είναι αντιρρησίες συνείδησης. Και οι δέκα μπήκανε στη φυλακή. Ο ένας είναι εκεί από το 2016, ο Σελαχατίν Ντεμίρτας.
Δεν φυλακίστηκαν, επειδή έγραψαν όμορφα ποιήματα. Φυλακίστηκαν, επειδή οι λέξεις τους έγιναν επικίνδυνες για το καθεστώς. Επειδή η ποίηση μπορεί να αποκαλύψει το ψέμα. Μπορεί να γκρεμίσει φόβους. Μπορεί να ενώσει ανθρώπους, που οι εξουσίες θέλουν να κρατούν χωρισμένους.
Για μένα αυτή η ανθολογία δεν είναι μόνο μια δουλειά μετάφρασης. Είναι και μια προσωπική κατάθεση. Περιλαμβάνει και πολλά δικά μου κείμενα, γραμμένα μέσα από την ίδια αγωνία και την ίδια ελπίδα που διαπερνά όλα τα κείμενα του βιβλίου. Δεν ένιωσα ποτέ ότι μετέφραζα «τους άλλους». Ένιωθα ότι συνομιλούσαμε. Ότι πολλές διαφορετικές φωνές έγραφαν, στην πραγματικότητα, το ίδιο ποίημα: το ποίημα της ελευθερίας, της ειρήνης και της αλληλεγγύης.
Η γλώσσα αλλάζει. Οι λέξεις αλλάζουν. Αλλά η λαχτάρα για ελευθερία και ανθρωπιά μεταφράζεται χωρίς λεξικό.
Η αγωνία της μάνας, ο πόνος του πρόσφυγα, ο φόβος του κρατούμενου, η ελπίδα του εργάτη, η αγάπη για τη ζωή, ακούγονται το ίδιο στα ελληνικά και στα τουρκικά. Γι’ αυτό αυτή η ανθολογία δεν είναι απλώς μια ποιητική συλλογή, αλλά είναι μια ποιητική αλληλεγγύη. Είναι μια πράξη διεθνισμού. Μια πράξη εμπιστοσύνης. Μια πράξη αντίστασης.
Ο Χρόνης Μίσσιος έλεγε πως «η πιο όμορφη, η πιο δυνατή επανάσταση είναι η τρυφερότητα». Πιστεύω πως αυτό είναι και το βαθύτερο νόημα αυτής της έκδοσης. Να αντιτάξουμε την τρυφερότητα απέναντι στο μίσος. Τη μετάφραση απέναντι στην παραμόρφωση. Τη συνάντηση απέναντι στον φόβο. Την ποίηση απέναντι στον πόλεμο.
Γιατί, στο τέλος, η ποίηση δεν σταματάει τις βόμβες. Αλλά κρατάει ζωντανό τον άνθρωπο, που θα τις σταματήσει.
Και αν αυτή η ανθολογία καταφέρει να κάνει έστω και έναν άνθρωπο να δει τον «άλλον» όχι σαν εχθρό αλλά σαν συνοδοιπόρο, τότε θα έχει πετύχει τον σκοπό της.
«Γεννήθηκα σε μια γλώσσα και διάλεξα να αγαπήσω και μια δεύτερη. Δεν αισθάνομαι ότι ζω ανάμεσα σε δύο κόσμους. Αισθάνομαι ότι ζω πάνω σε μια γέφυρα. Και αν αυτή η ανθολογία είναι κάτι, είναι μια ακόμη σανίδα σε αυτή τη γέφυρα που ενώνει τους ανθρώπους και όχι τα κράτη».

