«Τα 12 εκατομμύρια που αγνοούμε» // Οι ζωές των αόρατων Ρομά ανθρώπων // Φωτορεπορτάζ από την εκδήλωση του ThePressProject και του Ισλαχανέ στη Θεσσαλονίκη 

Γράφει η Κική Σταματόγιαννη

«Σήμερα βρέχει. Η Πολυξένη και τα άλλα παιδιά πρέπει να περπατήσουν περίπου 1,5 χιλιόμετρο μέσα στη λάσπη και τις λακκούβες για να φτάσουν στο σχολικό λεωφορείο. ‘Ποιο παιδί μπορεί να περπατήσει 1,5 χιλιόμετρο μέσα στη λάσπη και τη βροχή; Το σχολικό λεωφορείο έρχεται και φεύγει άδειο. Φτάνει στις 8.30, οπότε τα παιδιά αναγκαστικά χάνουν την πρώτη ώρα’ λέει ο πατέρας της Πολυξένης. ‘Όταν παραπονέθηκα στον οδηγό, μου απάντησε: ‘Εγώ γι’ αυτό το ωράριο πληρώνομαι’».

Ποιες είναι οι φωνές πίσω από τα πρόσωπα μιας φωτογραφίας; Τι σκέφτονται, τι αισθάνονται, πώς ζουν οι «αόρατοι» άνθρωποι; Τι ονειρεύονται τα ρομά παιδιά να γίνουν, όταν μεγαλώσουν; Δώδεκα εκατομμύρια Ρομά και Traveller (μια εθνοτική ομάδα στην Ιρλανδία, που μοιράζονται κοινά στοιχεία με τους Ρομά, χωρίς όμως να ταυτίζονται) σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Ζουν κοντά μας, μέσα ή στις παρυφές μεγαλουπόλεων και, ωστόσο, μας είναι σχεδόν άγνωστοι.

Χθες, στις 15 Σεπτέμβρη, πραγματοποιήθηκαν στη Θεσσαλονίκη τα εγκαίνια μιας ξεχωριστής έκθεσης φωτογραφίας με θέμα «Τα 12 εκατομμύρια που αγνοούμε – Οι ορμητικές φωνές των γυναικών Ρομά και Traveller» στον χώρο πολιτισμού  Ισλαχανέ, ένα κτήριο-κόσμημα για τη Θεσσαλονίκη. Μια εκδήλωση, που αγκαλιάστηκε από πολύ κόσμο, και επιχείρησε να φτιάξει γέφυρα επικοινωνίας και προσωπικού μοιράσματος. Μια γέφυρα από λέξεις, μουσική και το χαμόγελο των ανθρώπων που καταλαβαίνονται. Μακριά από στερεότυπα που εγκλωβίζουν τους Ρομά σε μια καρικατούρα αναπαράστασης. Μακριά από πράγματα που πληγώνουν.     

Τη συζήτηση, που συντόνισε εκ μέρους του ThePressProject η Τζένη Τσιροπούλου, άνοιξε ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης Michael o’ Flaherty, που ταξίδεψε σε πέντε χώρες (Φιλανδία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Δημ. της Μακεδονίας και Σλοβακία). Χαρακτήρισε «σκανδαλώδη» την αδιαφορία των θεσμών και των κυβερνήσεων απέναντι στα δικαιώματα και στις ανάγκες Ρομά και Traveller και υπογράμμισε με έμφαση την ανάγκη «να αφυπνιστεί ο κόσμος και να αναληφθεί δράση». Στάθηκε στα θεμελιώδη προβλήματα στέγασης, εκπαίδευσης, πρόσβασης σε υπηρεσίες υγειονομικής φροντίδας, ωμής αστυνομικής καταστολής και αυθαιρεσίας. Εξέφρασε την εκτίμηση ότι η φωνή των γυναικών υποτιμάται, παρά το γεγονός ότι αυτές είναι στην ουσία οι θεματοφύλακες της πολιτισμικής παράδοσης των κοινοτήτων. Σε αυτές ανήκει η πρωτοβουλία, αυτές είναι που σε όλες τις χώρες που επισκέφθηκε, έκαναν τις προτάσεις και ήταν οι πρώτες που θα υλοποιούσαν οτιδήποτε αποφασιζόταν. Γι’ αυτό και ο ρόλος τους είναι κομβικός, ως ο καταλυτικός παράγοντας της αλλαγής.

 Τον λόγο πήρε στη συνέχεια η Νεκταρία Μαρκόγλου, ρομνιά, σχολική διαμεσολαβήτρια, μητέρα και μονογονέας. Μίλησε για το δικαίωμα – που θα έπρεπε να είναι αυτονόητο, αλλά δεν είναι – όλα τα παιδιά να αντιμετωπίζονται ισότιμα στο σχολείο. Την ανάγκη στήριξης των ρομά οικογενειών, καθώς πολλές φορές οι γονείς δεν έχουν την απαραίτητη γνώση, την πληροφόρηση ή τον χρόνο να σταθούν στο πλευρό των παιδιών τους. Και έκλεισε την τοποθέτησή της εστιάζοντας στον διπλό ρατσισμό που βιώνει μια γυναίκα Ρομά στον δημόσιο χώρο ή στους χώρους δουλειάς, όπου συχνά χρειάζεται να αποκρύψει μια γυναίκα την ταυτότητά της προκειμένου να προσληφθεί ή να αντιμετωπίσει λιγότερα προβλήματα και λιγότερο ρατσισμό.

Ο λόγος της εκπαιδευτικού Ροδής Καβούνη ήταν γροθιά στο στομάχι. Διευθύντρια για χρόνια στο νηπιαγωγείο στον οικισμό της Αγίας Σοφίας περιέγραψε τη μοναξιά που νιώθουν όσοι παλεύουν με νύχια και με δόντια χωρίς καμία ανταπόκριση από τις αστικές κυβερνήσεις. Απέναντι σε ένα κράτος που μοιάζει να προσπαθεί, ώστε τα ρομά παιδάκια να μην μορφωθούν ποτέ. Ένα συντριπτικό 99% των ανθρώπων στην Αγία Σοφία είναι αναλφάβητοι. Οι γυναίκες συχνά μιλούν μόνο τα ρομανί και δεν καταλαβαίνουν ελληνικά. Πολύ περισσότερο δεν ξέρουν να διαβάζουν και να γράφουν. Τα μέτρα είναι αποσπασματικά και ελλιπή. Τα χρήματα που δίνονται, στην ουσία σπαταλιούνται, ακριβώς γιατί δεν καλύπτουν πραγματικές ανάγκες. Τα προγράμματα καταρτίζονται στα χαρτιά χωρίς επαφή με την πραγματικότητα που ζουν κάθε μέρα οι ρομά. Όταν το κράτος αρνείται να χτίσει σχολείο μέσα στον οικισμό, όταν αρνείται να λάβει υπόψη του τη γλώσσα των ρομά, ένα από τα βασικά δηλαδή εργαλεία με τα οποία συγκροτείται η ταυτότητα, χρειάζεται θράσος για να αναρωτηθεί κανείς γιατί αυτά τα παιδιά δεν πηγαίνουν συστηματικά στο σχολείο. «Γιατί να πάω σε ένα σχολείο που δεν με θέλει;». Και αυτή η φράση έρχεται να συμπυκνώσει με τον πιο πικρό τρόπο την πραγματικότητα: ένα σχολείο χωρίς φροντίδα, χωρίς όραμα ουσιαστικά για τους μαθητές και τις μαθήτριές του.

Ο Μάκης Γκαραγκούνης έδωσε μια περιγραφή του τι σημαίνει να ζεις σήμερα στα Τσαΐρια. Να απειλείσαι κάθε μέρα με έξωση και με γκρέμισμα του σπιτιού σου από τις μπουλντόζες, να φεύγεις για να γλιτώσεις από αυτό, να προσπαθείς να φτιάξεις τη ζωή σου κάπου αλλού και σε μια νύχτα το ποτάμι να παίρνει μαζί του ό,τι έχεις καταφέρει να στήσεις. Να ζεις σε έναν οικισμό χωρίς δρόμους, χωρίς ύδρευση και αποχέτευση, χωρίς σχολείο, χωρίς Κέντρο Υγείας, χωρίς όλα τα στοιχειώδη που θα έπρεπε να σου παρέχονται για το γεγονός και μόνο ότι είσαι άνθρωπος και πολίτης μιας χώρας που αρέσκεται να αυτοαποκαλείται «πολιτισμένη». Αξίζει να αναφερθεί η μαρτυρία του για την εποχή του κόβιντ, όταν οι άνθρωποι από τα Τσαΐρια αναγκάζονταν, λόγω έλλειψης νερού, να μεταφέρουν με τις καρότσες μπιτόνια με νερό και να τους σταματά η αστυνομία για έλεγχο επειδή δεν είχαν άδεια εξόδου! Όταν κάποια στιγμή σταμάτησε να έρχεται το λεωφορείο να παραλάβει τα παιδιά για να τα μεταφέρει στο σχολείο και αναγκάζονταν οι ίδιοι οι γονείς να μεταφέρουν τα μικρά για μάθημα, και πάλι έπρεπε να βρεθούν αντιμέτωποι με τους αστυνομικούς ελέγχους. Θα ήταν θλιβερό, αν δεν ήταν εξόχως εξοργιστικό. 

Τον κύκλο των τοποθετήσεων έκλεισε ο καθηγητής Γιάννης Φραγκόπουλος, από το Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης του Πολυτεχνείου ΑΠΘ. Έχοντας δουλέψει με μεταπτυχιακούς φοιτητές και φοιτήτριες πάνω στους κοινωνικούς διαχωρισμούς μέσα στον αστικό ιστό, εστίασε στο πώς καλούμαστε να σχεδιάσουμε έναν δημόσιο χώρο χωρίς αποκλεισμούς, ακριβώς για να μπορέσουμε να οικοδομήσουμε κάποια στιγμή έναν κόσμο χωρίς ρατσισμό. «Ο χρόνος της ανάλυσης έχει τελειώσει. Είναι η ώρα των αποφάσεων και της δράσης» τόνισε.

Μια ξεχωριστή βραδιά όφειλε να κλείσει και με έναν ξεχωριστό τρόπο. Για αυτό φρόντισε η εφηβική μπάντα κρουστών «Τα Κρούσματα» από τον Δήμο Θερμαϊκού. Αποτελούν τμήμα του Συμβουλευτικού Σταθμού Εθελοντών για εφήβους, που σκοπό έχει να δημιουργήσει ένα ασφαλές και συμπεριληπτικό περιβάλλον, που προλαμβάνει την περιθωριοποίηση, τον εκφοβισμό και τη νεανική παραβατικότητα, προσφέροντας την ευκαιρία καθώς και έναν ασφαλή χώρο έκφρασης και δημιουργίας, μέσα από την τέχνη και ιδίως τη μουσική. Αποτελείται από ρομά και μη ρομά παιδιά και από εθελοντές και δίνουν –όπως μας έδωσαν και χθες- μια καλή εικόνα για το πώς θα έμοιαζε ένας κόσμος χωρίς τεχνητές διαιρέσεις, χωρίς διαχωριστικά φράγματα, χωρίς βία και περιθωριοποίηση.

Χρειαζόμαστε και άλλες τέτοιες πρωτοβουλίες. Χρειαζόμαστε και άλλες δράσεις προς την κατεύθυνση σφυρηλάτησης ενός κόσμου για τις ανάγκες και τις επιθυμίες όλων των ανθρώπων. Χωρίς διαχωρισμούς. Χωρίς να σκεπάζουμε τη φωνή των καταπιεσμένων και πολλαπλώς ευάλωτων ανθρώπων. Ρομά και μπαλαμοί μαζί. «Τίποτα για εμάς χωρίς εμάς».

*Η έκθεση, που άνοιξε στις 14 Σεπτέμβρη, με φωτογραφίες των Γιώργου Μουτάφη και Candice Imbert θα είναι ανοιχτή -με ελεύθερη είσοδο- για το κοινό μέχρι τις 18 Σεπτέμβρη. Στην είσοδο μπορείτε να προμηθευθείτε (δωρεάν) ένα ιδιαίτερα φροντισμένο λεύκωμα με φωτογραφίες, κείμενα και μαρτυρίες.

Τετάρτη 16/9: 10.00-14.00 και 17.00-20.00

Πέμπτη 17/9, 10.00-14.00

Παρασκευή 18/9, 10.00-14.00

Σχολιάστε