«Συνέβη. Επομένως μπορεί να ξανασυμβεί»*

Γράφει ο Χάρης Κωστούλας

Η αποφυλάκιση του Ηλία Κασιδιάρη στις 15 Σεπτεμβρίου 2026 επαναφέρει στο προσκήνιο ένα πρόσωπο που καταδικάστηκε για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης στην υπόθεση της Χρυσής Αυγής. Η Χρυσή Αυγή, μετά από μια περίοδο κατά την οποία κατάφερε να εμφανιστεί ως κοινοβουλευτικό κόμμα και να αποκτήσει σημαντική δημόσια παρουσία, κρίθηκε δικαστικά ως εγκληματική οργάνωση. Ο Κασιδιάρης, βγαίνοντας από τη φυλακή, δήλωσε ότι επιστρέφει «στην πρώτη γραμμή» και προανήγγειλε την επιστροφή του στην πολιτική ζωή.

Δεν χρειάζεται να κάνουμε προβλέψεις για το μέλλον. Χρειάζεται να θυμόμαστε το παρελθόν.

Γιατί ο φασισμός δεν εμφανίστηκε ξαφνικά το 2012. Χτίστηκε σταδιακά, στο φόντο της κρίσης και μέσα από την ανοχή, την υποτίμηση, την κανονικοποίηση του ρατσιστικού λόγου και την παρουσία οργανωμένων πυρήνων στον δρόμο, στις γειτονιές, στους χώρους εργασίας και τελικά και στο Κοινοβούλιο. Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα το 2013 αποκάλυψε με τον πιο τραγικό τρόπο πού μπορεί να οδηγήσει η οργανωμένη φασιστική βία.

Το ερώτημα σήμερα είναι αν έχουμε πραγματικά διδαχτεί από αυτή την εμπειρία.

Και το ερώτημα αυτό αφορά ιδιαίτερα το σχολείο.

Το Αντιφασιστικό Δίκτυο Παιδείας, που συγκροτείται από εκπαιδευτικούς και γονείς, μέσα από ερωτηματολόγιο στο οποίο συμμετείχαν 56 γονείς και εκπαιδευτικοί, έχει μέχρι σήμερα καταγράψει 35 περιστατικά φασιστικού λόγου και δράσης, μισαλλοδοξίας, εκφοβισμού και ακροδεξιάς προπαγάνδας σε σχολικούς χώρους. Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν πανελλαδική στατιστική έρευνα. Αποτελούν όμως μια συγκεκριμένη καταγραφή ανθρώπων που ζουν καθημερινά τη σχολική πραγματικότητα και δεν μπορούν να αγνοηθούν.

Και δεν είναι η πρώτη φορά που το φαινόμενο εμφανίζεται με οργανωμένη μορφή. Τα γεγονότα στα ΕΠΑΛ της Σταυρούπολης το 2021, καθώς και η προσπάθεια το 2025 σε κάποια σχολεία να ακυρωθεί η εκδήλωση για την επέτειο του Πολυτεχνείου έδειξαν ότι φασιστικοί πυρήνες μπορούν να επιχειρήσουν να μετατρέψουν το σχολείο σε χώρο εκφοβισμού, βίας και στρατολόγησης. Η εμπειρία αυτή δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια παρένθεση που έκλεισε.

Όταν φασιστικά σύμβολα, ρατσιστικός λόγος, στοχοποίηση συμμαθητών και εκπαιδευτικών, θεωρίες μίσους και θαυμασμός της ναζιστικής βίας εμφανίζονται στις σχολικές αυλές και στις αίθουσες, δεν έχουμε απέναντί μας απλώς «παραβατικές συμπεριφορές». Έχουμε ένα πολιτικό και κοινωνικό φαινόμενο που χρειάζεται απάντηση.

Γνωρίζουμε, βέβαια, κάτι πολύ σημαντικό: η μεγάλη πλειοψηφία της κοινωνίας δεν είναι φασιστική. Τα οράματα της κοινωνικής απελευθέρωσης συγκίνησαν και κινητοποίησαν άπειρα πλήθη ανθρώπων τον περασμένο αιώνα, και ακόμα και σήμερα η δημοκρατία, η συνύπαρξη, η αλληλεγγύη και η απόρριψη του ρατσισμού εξακολουθούν να αποτελούν βαθιά ριζωμένες αξίες για εκατομμύρια ανθρώπους.

Αυτό όμως από μόνο του δεν αρκεί.

Η ιστορία έχει δείξει ότι ο φασισμός δεν χρειάζεται να γίνει πλειοψηφία για να αποκτήσει δύναμη. Χρειάζεται χώρο. Χρειάζεται σιωπή. Χρειάζεται την αδράνεια εκείνων που διαφωνούν μαζί του, αλλά θεωρούν ότι δεν είναι δική τους υπόθεση.

Γι’ αυτό η απάντηση στον φασισμό δεν μπορεί να περιοριστεί στην καταδίκη του όταν εμφανίζεται βίαια. Δεν μπορεί να περιμένουμε να φτάσουμε ξανά σε δολοφονίες για να κινητοποιηθούμε.

Χρειάζεται ένα ενεργό αντιφασιστικό κίνημα μέσα και έξω από τα σχολεία.

Χρειάζεται οι εκπαιδευτικοί να μη μένουν μόνοι απέναντι στη στοχοποίηση. Χρειάζεται οι σύλλογοι εκπαιδευτικών, οι γονείς, οι μαθητικές κοινότητες και τα συνδικάτα να μπορούν να αναγνωρίζουν έγκαιρα τα φαινόμενα και να παρεμβαίνουν συλλογικά. Χρειάζεται οι σχολικές εκδηλώσεις για την 28η Οκτωβρίου, τη 17η Νοεμβρίου και τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα να μην αντιμετωπίζονται ως τυπικές υποχρεώσεις, αλλά ως ευκαιρίες ιστορικής ταξικής μνήμης και δημοκρατικής παιδείας.

Και πάνω απ’ όλα χρειάζεται να κινητοποιηθεί ο προοδευτικός και δημοκρατικός κόσμος.

Δεν μπορούμε να αφήσουμε τον φασισμό να παρουσιάζεται ως μία ακόμη «άποψη» μέσα στο σχολείο. Οι εργαζόμενοι, ο δημοκρατικός και λαϊκός κόσμος δεν υπερασπίζεται τον εαυτό του μόνο με θεσμικές αποφάσεις. Κυρίως αγωνίζεται με μάχιμη παρουσία στους δρόμους, στις γειτονιές, στα συνδικάτα, στους συλλόγους, στις σχολικές αίθουσες και στις συλλογικές δράσεις των ανθρώπων που αρνούνται να συνηθίσουν το μίσος.

Η αποφυλάκιση του Κασιδιάρη δεν σημαίνει ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται αυτομάτως. Μας θυμίζει όμως ότι τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται οριστικά κερδισμένο.

Ο φασισμός ηττήθηκε όταν απέναντί του βρέθηκαν άνθρωποι που οργανώθηκαν, αντιστάθηκαν και αρνήθηκαν να του παραχωρήσουν χώρο. Που σήκωσαν τη μάχη πολιτικά, ιδεολογικά και φυσικά.

Αυτό είναι και το δικό μας καθήκον σήμερα.

Να μην περιμένουμε.

Να μη συνηθίσουμε.

Να μη φοβηθούμε.

Να οργανωθούμε και να δράσουμε.

Για να παραμείνουν τα σχολεία χώροι γνώσης, ελευθερίας, αλληλεγγύης και δημοκρατίας.

Και για να στείλουμε οριστικά τον φασισμό εκεί όπου ανήκει: στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας.

Φωτό: Κώστας Τζούμας / Eurokinissi

* Η προειδοποίηση ανήκει στον επιζώντα των στρατοπέδων συγκέντρωσης Πρίμο Λέβι, Ιταλό εβραϊκής καταγωγής, που κατέγραψε την εμπειρία του από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στο συγκλονιστικό βιβλίο του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος.

** Ο Χάρης Κωστούλας είναι Γονέας, μέλος του ΑΔΠ

Το παραπάνω άρθρο πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Η Εποχή» στις 29 Σεπτέμβρη 2026. Το αναδημοσιεύουμε σήμερα στην ιστοσελίδα της «Κόκκινης» με την άδεια του αρθρογράφου.

Σχολιάστε