Μαθήματα Γραφής

Ο χορός των ελεφάντων / Aysegul Sora

Γράφει η Αθηνά Παπανικολάου

Κοιτούσε μέσα απ’ το παράθυρο τη φορτωμένη στο μωβ κουτσουπιά και λαμπύριζαν μικρές ανοιξιάτικες δροσοσταλίδες στο καφέ των ματιών του. Είχε τόση έξαψη που κόντευε να τσακίσει το μολύβι στα δάχτυλά του. Πάνω στο πράσινο θρανίο είχε χαράξει τα ατέλειωτα χιλιόμετρα που περπάτησε για να φτάσει σ’ αυτή τη μικρή αίθουσα. Στο σπίτι του, τι σπίτι δηλαδή, ένα δωμάτιο με τέσσερις λαμαρίνες και έξι ψυχές, γιατί σώματα δεν τα ‘λεγες από την ασιτία που είχε αράξει εκεί μέσα γενεές δεκατέσσερις, η μάνα του είχε ετοιμάσει ένα σακούλι, λίγα ρούχα, δυό πίτες και δέκα ρουπίες, τον έσφιξε δευτερόλεπτα στο στήθος της, μη τυχόν και νιώσει τι πλάκα σίδερο βάρυνε κάτω απ’ το λεπτό βαμβακερό σάρι. Απ’ το Καράτσι στην Τεχεράνη κι από κει στο Ντιαρμπακίρ κι απ’ την Ανατολία στα παράλια, πέρασε βουνά, έρημο, χωριά και πόλεις, κι η θάλασσα, που πρώτη φορά έβλεπε στη ζωή του, τον ξέβρασε σ’ αυτήν την αίθουσα, που αίθουσα δεν τη λες, ίσα ίσα δυο θρανία. Δεκαεφτά χρονών μ’ αργασμένα χέρια εξηντάρη. Πέντε χρονών στα υπόγεια να υφαίνει κόμπο-κόμπο τα χαλιά, μετά στα τούβλα κι ύστερα σ’ ένα μαχαιράδικο ακονίστηκε η ζωή του. Many hours madame, bad bosses. Στον ξενώνα που τον έβαλαν έμαθε λίγα αγγλικά. Αυτοί τον έγραψαν και στο σχολείο. Good morning madame.
Στην αρχή προσποιούνταν πως έγραφε, χαμογελώντας δειλά κατέβαζε το κεφάλι κι άφηνε τα καρβουνιασμένα μάτια του χαμηλά, ίσα με το πάτωμα το βλέμμα. Χρειάστηκαν τρεις μήνες για να καταλάβουν πως μήτε γράμματα μήτε γραφή εννοούσε. No school madame.
Μόνο ζωγράφιζε, φεγγάρια, ήλιους, δέντρα και δρόμους φιδωτούς. Αφήστε τον σε μένα πρότεινε η good morning madame, αυτή κι αυτός στη λιλιπούτεια αίθουσα, μόνο το μωβ της κουτσουπιάς να χρωματίζει απ’ το παράθυρο την Άνοιξη που έμπαινε.Θυμήθηκε και τα δικά της, πως τα ‘στειλε πρώτη μέρα στο σχολείο, το βάσανο εκείνο να κρατάει το χέρι τους και να χορεύουν τα πρώτα γράμματα ταραντέλα σισιλιάνικη στις γραμμές. Άνοιξε το κινητό της, στην οθόνη τα παιδιά της. Εγώ μάνα του είπε, μα-μά. Πες το και συ, μα-μά. Μα-μά ψέλλισε κι εκείνος και τα καρβουνάκια στις κόγχες των ματιών του σπινθηροβόλησαν. Άνοιξε το δικό του κινητό, στην οθόνη μια πόρτα, που πόρτα δεν τη λες, δίπλα στις λαμαρίνες η μάνα του τυλιγμένη στο κίτρινο σάρι. Μα-μά συλλάβισε. Μα-μά έγραψε κι η good morning madame στον πίνακα κι άρχισε αυτός να ζωγραφίζει. Όσο καιρό άνθιζε η κουτσουπιά ο πίνακας γέμιζε μωβ άνθη, σύννεφα, θάλασσες, πουλιά, πρόσωπα, μάτια, συλλαβές, λέξεις. Άφησε να του πιάσει το χέρι και μαζί χάραζαν γλώσσα και γλώσσες. Ο ήλιος, η θάλασσα, η κουτσουπιά, η άνοιξη, η μάνα, έγιναν γράμματα δικά του. Τεντώθηκε τότε το σώμα, υψώθηκε το βλέμμα του και για πρώτη φορά είδε στο τζάμι στο παράθυρο, πόσο είχε ψηλώσει.

Η Αθηνά Παπανικολάου είναι φιλόλογος. Εργάστηκε στην Μέση Εκπαίδευση για 34 χρόνια, μέχρι το Σεπτέμβριο του 2020, οπότε κι αφυπηρέτησε. Ζει στη Θεσσαλονίκη.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s