Απόκτηση ιθαγένειας: «Τσεκούρι» από το ΣτΕ στον κόφτη του Βορίδη

Γράφει ο Δημήτρης Αγγελίδης*

Το ανώτατο δικαστήριο έβαλε τέλος στο εισοδηματικό κριτήριο που εισήγαγε το 2021 ο τότε υπουργός Εσωτερικών, αποκλείοντας μετανάστες από την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας και αποτρέποντας άλλους από την υποβολή αίτησης πολιτογράφησης ● Δικαίωση για μια Αλβανή και μια γυναίκα τουρκικής καταγωγής που ζουν και εργάζονται εδώ και δεκαετίες στη χώρα μας

Τέλος στον κόφτη του εισοδηματικού κριτηρίου που απέκλειε μετανάστες από την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας και απέτρεπε άλλους από την υποβολή αίτησης πολιτογράφησης δίνει το ΣτΕ, πέντε χρόνια μετά τη θέσπιση του περιορισμού που είχε εισαγάγει τον Απρίλιο του 2021 ο τότε υπουργός Εσωτερικών, Μάκης Βορίδης, προκαλώντας έκτοτε την έντονη αντίδραση μεταναστευτικών κοινοτήτων και οργανώσεων δικαιωμάτων.

Με δύο ομόφωνες αποφάσεις της αναβαθμισμένης, επταμελούς σύνθεσης του ΣτΕ, των οποίων η περίληψη δημοσιεύτηκε την περασμένη εβδομάδα, το ανώτατο διοικητικό δικαστήριο δικαιώνει τις προσφυγές δύο μεταναστριών, της Λααλέ Αλατλι με προέλευση από την Τουρκία, που υποστηρίχθηκε από την Ελληνική Ενωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕλΕΔΑ), και της Βιργκινούς, με προέλευση από την Αλβανία, που υποστηρίχθηκε από την Πρωτοβουλία Αλβανών Μεταναστ(ρι)ών και Αλληλέγγυων (προτιμά να μη δημοσιευτεί το επώνυμό της).

Απόκτηση ιθαγένειας: «Τσεκούρι» από το ΣτΕ στον κόφτη του Βορίδη
O πρώην υπουργός Μάκης Βορίδης | ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ/EUROKINISSI

Το ΣτΕ κρίνει ότι, αντίθετα από την απόφαση Βορίδη, το ελάχιστο ετήσιο εισόδημα δεν αποτελεί προϋπόθεση για την απόδειξη της ομαλής ένταξης ενός μετανάστη στην οικονομική ζωή της χώρας, που με τη σειρά της αποτελεί προϋπόθεση για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, αλλά απλώς συνεκτιμάται στην εκτίμηση της ομαλής ένταξης στην οικονομική ζωή.

Το ΣτΕ κρίνει ότι οι διατάξεις της απόφασης Βορίδη υπερβαίνουν την εξουσιοδότηση που παρείχε ο νόμος στον υπουργό, αναδεικνύοντας τις αυθαίρετες ακροβασίες στις οποίες είχε επιδοθεί ο κ. Βορίδης λίγους μόνο μήνες μετά την τοποθέτησή του στην ηγεσία του υπουργείου Εσωτερικών προκειμένου να εφαρμόσει κριτήρια-κόφτες που απέκλειαν μαζικά μετανάστες από την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας.

Το κριτήριο του ελάχιστου ετήσιου εισοδήματος έγινε αρχικά απόπειρα να θεσπιστεί στον νέο Κώδικα Ιθαγένειας τον Οκτώβριο του 2020, που εισήγαγε ο τότε υπουργός Εσωτερικών, Τάκης Θεοδωρικάκος. Στο νομοσχέδιο οριζόταν ότι το ύψος του ελάχιστου ετήσιου εισοδήματος καθοριζόταν με απόφαση του γενικού γραμματέα ιθαγένειας και θα ήταν ίσο κατ’ ελάχιστο με τις ετήσιες αποδοχές ανειδίκευτου εργάτη. Ωστόσο, μπροστά στις έντονες αντιδράσεις φορέων, που σημείωναν ότι το κριτήριο ήταν «εξωπραγματικό για την ελληνική αγορά εργασίας εν μέσω κρίσης», της προοδευτικής αντιπολίτευσης αλλά και της εισηγήτριας της Ν.Δ., ο κ. Θεοδωρικάκος απέσυρε τη διάταξη, προβλέποντας ότι τα τεκμήρια οικονομικής και κοινωνικής ένταξης για την εκάστοτε χρονική περίοδο θα καθορίζονται με απόφαση του υπουργού Εσωτερικών. «Πιστεύουμε ότι με αυτόν τον τρόπο, ρυθμίζουμε με μέτρο και λογική ένα πρόβλημα που θα μπορούσε να δημιουργηθεί και πιθανόν να καθιστούσε απαγορευτική την απόκτηση ιθαγένειας για πολύ μεγάλο αριθμό ανθρώπων που επιθυμούν να γίνουν Ελληνες και που συμπληρώνουν όλα τα υπόλοιπα τεκμήρια», σημείωνε στη Βουλή ο κ. Θεοδωρικάκος.

Πλην όμως, τον Απρίλιο του 2021 ο κ. Βορίδης, που διαδέχτηκε τον κ. Θεοδωρικάκο τον Ιανουάριο του 2021 στο υπουργείο Εσωτερικών, αποφάσισε να επαναφέρει ως «αμάχητα» τα ίδια και αυστηρότερα τεκμήρια. Συγκεκριμένα, επανέφερε το τεκμήριο του ετήσιου εισοδήματος υπαλλήλου και εργατοτεχνίτη που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό (προσαυξημένο κατά 10% για κάθε εξαρτώμενο μέλος οικογένειας) για τρία, πέντε ή επτά συνεχή έτη, ανάλογα με την κατηγορία με βάση την οποία ζητά την ιθαγένεια ο μετανάστης.

Η απόφαση του ΣτΕ ανατρέπει σήμερα, πέντε χρόνια μετά, εκείνη την αυθαίρετη απόφαση Βορίδη, που τα προηγούμενα χρόνια απέκλεισε πολλούς από την απόκτηση ιθαγένειας και τσάκισε το ηθικό πολύ περισσότερων, που ένιωθαν πως αποκλείονται άδικα από τα δικαιώματα της ιθαγένειας.

«[…] ο κανονιστικός νομοθέτης δεν επιτρέπεται να ορίσει ως αναγκαίο στοιχείο τεκμηρίωσης της οικονομικής ένταξης ορισμένο ελάχιστο επαρκές εισόδημα, η απόδειξη του οποίου βαρύνει τον αιτούντα την πολιτογράφηση αλλοδαπό, ούτως ώστε αν ο αιτών δεν αποδεικνύει ότι το διαθέτει, τεκμαίρεται αμάχητα ότι δεν έχει ενταχθεί ομαλά στην οικονομική ζωή της χώρας. Και αυτό, διότι το στοιχείο του επαρκούς εισοδήματος ως κριτήριο για τη διαπίστωση της συνδρομής της ουσιαστικής προϋπόθεσης της οικονομικής ένταξης του αλλοδαπού δεν προβλέπεται στον ίδιο τον νόμο· αντιθέτως, από το ιστορικό της ερμηνευόμενης διάταξης προκύπτει ότι το στοιχείο αυτό, αν και εξετάστηκε ως προς τη σκοπιμότητα θέσπισής του ως κριτηρίου, τελικώς δεν υιοθετήθηκε», αναφέρει η περίληψη της απόφασης του ανώτατου δικαστηρίου.

Βιργκινούς και Τσιγκερέντα

Στην πράξη, η αυθαιρεσία της ελληνικής κυβέρνησης και η αδικία που υπέστησαν οι μετανάστες ήταν πολύ μεγαλύτερες. Κι αυτό διότι, ενώ είχαν καταθέσει αιτήσεις που παρέμεναν στα συρτάρια για χρόνια, κλήθηκαν με την αλλαγή του Κώδικα Ιθαγένειας να υποβληθούν στη νέα διαδικασία των πανελλαδικών γραπτών εξετάσεων και εν τέλει των εισοδηματικών κριτηρίων της απόφασης Βορίδη, και μάλιστα όχι για τα χρόνια πριν υποβάλουν την αρχική αίτηση, αλλά για τα χρόνια πριν εν τέλει δεήσει το ελληνικό κράτος να εξετάσει την αίτηση, υποβάλλοντας τους ενδιαφερόμενους σε πανελλαδικές εξετάσεις ελληνομάθειας, παρ’ όλο που η πολυετής καθυστέρηση οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα.

Μάλιστα, καθώς μεσολάβησαν τα χρόνια της πανδημίας και της διακοπής της οικονομικής δραστηριότητας, υπολογίζεται ότι εκατοντάδες μετανάστες δεν μπόρεσαν να αποδείξουν συνεχές ελάχιστο εισόδημα και για την περίοδο αυτή και αποκλείστηκαν από την ιθαγένεια.

Αυτή ήταν η περίπτωση της Βιργκινούς, της μιας μετανάστριας που δικαιώθηκε στο ΣτΕ. Σύμφωνα με τον δικηγόρο της, Κώστα Φαρμακίδη, που στήριξε τη Βιργκινούς μέσω της Πρωτοβουλίας Αλβανών Μεταναστ(ρι)ών και Αλληλέγγυων, μέλος επίσης του ΔΣ της ΕλΕΔΑ, η Αλβανίδα μετανάστρια που βρίσκεται στην Ελλάδα από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 και εργάζεται στην καθαριότητα, τόσο σε ιδιώτες όσο και σε εταιρείες και φορείς, αποκλείστηκε από την ιθαγένεια διότι δεν μπορούσε να αποδείξει σταθερό εισόδημα στα χρόνια του κορονοϊού.

Απόκτηση ιθαγένειας: «Τσεκούρι» από το ΣτΕ στον κόφτη του Βορίδη
Ο δικηγόρος Κων. Φαρμακίδης

«Η απόφαση αποτελεί μια έμμεση παραδοχή ότι πρέπει να πάρουν ιθαγένεια άνθρωποι που δεν μπορούν με τυπικό τρόπο να αποδείξουν τα εισοδήματά τους, καθώς πολλοί εξαναγκάζονται σε μαύρη εργασία, είναι όμως σαφές ότι εργάζονται, ότι έχουν πάρει ένα σπίτι, όλα αυτά πρέπει να συνεκτιμώνται. Η απόφαση αναγνωρίζει και μια κοινωνική πραγματικότητα, δηλαδή τον τρόπο εργασίας των μεταναστών, που μπορεί να μην έχουν πάντοτε σταθερή δουλειά, αλλά είναι αυτοί οι οποίοι έχουν στηρίξει την ελληνική οικονομία. Φαίνεται επίσης να αφήνει χώρο στους πολιτικούς και στους νομοθέτες να αναγνωρίσουν μια πολιτική αναγκαιότητα, ότι δεν μπορείς τους ανθρώπους που πλέον τα παιδιά τους είναι Ελληνες να τους έχεις ύστερα από 25 και 30 χρόνια χωρίς πολιτικά δικαιώματα», λέει στην «Εφ.Συν.» ο κ. Φαρμακίδης.

Εκπροσωπεί επίσης την Τσιγκερέντα, μετανάστρια από την Ερυθραία, που ζει στην Ελλάδα από το 1990, έχει αποκτήσει σπίτι στη χώρα μας από το 2009, έκανε αίτηση πολιτογράφησης το 2016 και απορρίφθηκε το 2023, καθώς μέσα στην πανδημία είχε αναγκαστεί να δουλεύει χωρίς ένσημα. Ομως η υπόθεσή της, που δικαιώθηκε στο Εφετείο αλλά η απόφαση δεν εφαρμόστηκε από την ελληνική διοίκηση, δεν έχει δικαστεί ακόμη στο ΣτΕ.


Λύτρωση για τη γυναίκα που ένιωθε ότι δεν ανήκει πουθενά

«Νιώθω σαν να κέρδισε η καλοσύνη, κάτι σπάνιο πλέον. Μπορεί να είναι κάτι πολύ μικρό, αν σκεφτούμε την Παλαιστίνη», είπε στην «Εφ.Συν.» η Λααλέ

Η δεύτερη προσφυγή που δικαιώθηκε στο ΣτΕ είναι της Λααλέ Αλατλι, τουρκικής καταγωγής, μεταφράστριας από τα ιταλικά. Η υπόθεσή της, που στηρίχθηκε από την ΕλΕΔΑ, έχει πάρει δημοσιότητα μέσω ανακοινώσεων φορέων αλλά και συλλογής εκατοντάδων υπογραφών ήδη από το 2022, όταν έμαθε την απόρριψη της αίτησης που είχε κάνει το 2017. Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, Κωνσταντίνος Τσιτσελίκης, μέλος της ΕλΕΔΑ, μιλούσε τότε για «μικρόψυχη και εκδικητική πολιτική, που στοχεύει στην ελαχιστοποίηση του αριθμού των πολιτογραφήσεων».

«Οταν πρωτοήρθα στην Ελλάδα, το 2009, είχα μια εταιρεία μεταφράσεων-διερμηνειών στην Τουρκία, την οποία έκλεισα το 2016. Τα πρώτα χρόνια λοιπόν δεν είχα επαρκείς πόρους αποκλειστικά από την Ελλάδα. Επεσα σε μαύρη τρύπα», έλεγε στην Εύα Παπαδοπούλου για την «Εφ.Συν.» η κ. Αλατλι («Νιώθω ότι δεν ανήκω πουθενά», 17/8/2022).

Σήμερα, μετά τη δικαίωσή της, δηλώνει στην «Εφ.Συν.» ότι χάρηκε κυρίως επειδή θα αλλάξουν τα πράγματα για πάρα πολλούς άλλους. «Μπορεί να είναι ένα λιθαράκι, ίσως κάτι ασήμαντο σε σχέση με όσα γίνονται στην Ελλάδα και στον κόσμο, με τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη. Νιώθω όμως ότι μου αποδόθηκε μια μικρή δικαιοσύνη και είμαι πολύ χαρούμενη που κέρδισα την παράνομη απόφαση Βορίδη. Ηταν πολύ σημαντικό για μένα γιατί ήταν πολύ μεγάλη αδικία και δεν μπορούσα να το χωνέψω», λέει.

Σε πρακτικό επίπεδο η απόφαση φαίνεται ότι επιταχύνει τη διαδικασία για μόλις λίγους μήνες, καθώς σε λίγο καιρό η κ. Αλατλι θα μπορούσε να ξανακάνει αίτηση για πολιτογράφηση, έχοντας συμπληρώσει αυτή τη φορά το απαιτούμενο εισόδημα για τα προηγούμενα πέντε χρόνια. «Αλλοι αποφεύγουν να κόψουν τιμολόγια, εγώ έκανα τα πάντα για να μπορώ να μαζέψω όσο το δυνατόν περισσότερα», λέει.

Στην αρχή, μόλις έμαθε την απόρριψη, σκέφτηκε να τα παρατήσει. «Ελεγα, θα τα αφήσω όλα, θα φύγω. Πού να πάω όμως; Είμαι είκοσι χρόνια στην Ελλάδα, δεν θέλω να πάω στην Τουρκία. Αρχισα να πηγαίνω σε ψυχολόγο, αναρωτιόμουν τι κάνω εδώ που είμαι ανεπιθύμητη και δεν υπάρχει δικαιοσύνη; Εχω κάνει πραγματικά πολλή δουλειά για την Ελλάδα, σε μεταφράσεις, στον πολιτισμό και σε πολλές εθελοντικές δράσεις, έχω δώσει το αίμα μου κυριολεκτικά, γιατί είμαι αιμοδότρια. Πρέπει να δώσω και την ψυχή μου; Είμαι σωστή σε όλα, δεν χρωστάω, πληρώνω τα ασφαλιστικά μου. Ενιωσα όμως πολύ τυχερή μέσα στην ατυχία μου, γιατί είχα τη στήριξη των φίλων μου στην ΕλΕΔΑ, της δικηγόρου μου Αγγελικής Νικολοπούλου, του Αντώνη Σπαθή και του Κώστα Τσιτσελίκη, είχα νομική βοήθεια. Αν κερδίζαμε, θα κερδίζαμε για τόσους ανθρώπους που δεν θα μπορούσαν να το παλέψουν ούτε γλωσσικά ούτε οικονομικά. «Αν δεν το κάνω εγώ», είπα, «μάλλον δεν θα γίνει». Νιώθω σαν να κέρδισε η καλοσύνη, κάτι σπάνιο πλέον. Μπορεί να είναι κάτι πολύ μικρό αν σκεφτούμε την Παλαιστίνη, νιώθω όμως ότι παίρνω δύναμη από τον αγώνα των Παλαιστινίων, έχω μια αίσθηση σαν λύτρωση».

*Το άρθρο του Δημήτρη Αγγελίδη πρωτοδημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών από όπου το αλιεύσαμε και το αναπαράγουμε στην ιστοσελίδα της «Κόκκινης«.

Σχολιάστε