
Η εφημερίδα «Η Κόκκινη» δημοσιεύει -μεταφρασμένη από τα μακεδονικά- τη συνέντευξη που έδωσε ο Σωτήρης Μηνάς (μέλος της Συντακτικής ομάδας της «Κόκκινης») στη δημοσιογράφο Γιασμίνα Πάβλοφσκα για το πόρταλ MKD.mk με αφορμή και την παρουσίαση της δίγλωσσης ποιητικής συλλογής του «Λύση Συμβολαίου».
Η εμφάνισή του στο μακεδονικό πολιτιστικό περιβάλλον προκάλεσε αρχικά έκπληξη, η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε απροκάλυπτη συμπάθεια για τον Σωτήρη Μηνά, τον Έλληνα ποιητή, ο οποίος με δική του επιλογή και κατά συνείδηση αποφάσισε να μάθει και να δημιουργεί στη μακεδονική γλώσσα. Και στις δύο πλευρές, τόσο στη γενέτειρά του, την Ελλάδα, όσο και «πέρα από τα σύνορα», εδώ στη Μακεδονία, είναι κατά κάποιο τρόπο αναπόφευκτο η «περίπτωσή» του να αντιμετωπίζεται και να ερμηνεύεται μέσα από το πρίσμα των αντιπαραθέσεων στις μακεδονοελληνικές σχέσεις. Ωστόσο, για τον Μηνά η εμπειρία είναι διαφορετική. Στη Μακεδονία αισθάνεται ότι «άνοιξε μπροστά μου ένας πανέμορφος κόσμος, γεμάτος ζεστασιά και αυθεντικό σεβασμό», ενώ στην Ελλάδα πληρώνει ακριβά αυτό το τίμημα, αλλά δηλώνει: «επέλεξα συνειδητά να μη μείνω βουβός».
Αύριο, Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου, στα Σκόπια, στον εκδοτικό οίκο «Matica Makedonska», ο Σωτήρης Μηνάς θα παρουσιάσει το νέο του ποιητικό βιβλίο με τίτλο «Λύση συμβολαίου», το οποίο έχει εκδοθεί στη μακεδονική και την ελληνική γλώσσα.
Δημοσιεύτηκε στις: 18.09.2026, 11:05
Jasmina Pavloska: Κερδίσατε το μακεδονικό αναγνωστικό (και όχι μόνο το λογοτεχνικό) κοινό όταν μάθαμε για εσάς, από το ίδιο το γεγονός ότι, με βάση τη δική σας επιθυμία και συνείδηση, αποφασίσατε όχι μόνο να μάθετε τη μακεδονική γλώσσα, αλλά και να δημιουργείτε σε αυτήν. Είναι αδύνατον να αποφύγουμε τη διαπίστωση ότι σε αυτή την αντίδραση «συνέβαλε» σε μεγάλο βαθμό το πολιτικό πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ Μακεδονίας και Ελλάδας, και ιδίως η πολιτική αποσιώπηση της ύπαρξης της μακεδονικής γλώσσας στην Ελλάδα, παρά τη Συμφωνία των Πρεσπών μεταξύ των δύο χωρών. Μήπως αισθάνεστε ήδη ότι αποτελεί πολύ μεγάλο βάρος για έναν ποιητή, με την πνευματική του επιλογή (να μάθει και να δημιουργεί στη μακεδονική γλώσσα), να εναντιώνεται στα πολιτικά στερεότυπα, τις πεποιθήσεις, ακόμα και τους φόβους του περιβάλλοντος από το οποίο προέρχεται, όσο παράλογα κι αν είναι αυτά;
Σωτήρης Μηνάς: Γνωρίζω πολύ καλά το τίμημα αυτού του βάρους και το αποδέχομαι με πλήρη επίγνωση. Αν κοιτάξουμε την ιστορία της ανθρωπότητας, θα δούμε ότι όλες οι μεγάλες αλλαγές, όλες οι κοινωνικές και πολιτιστικές κατακτήσεις που σήμερα θεωρούμε δεδομένες, δεν υπήρχαν ανέκαθεν. Κερδήθηκαν μέσα από αγώνες ανθρώπων, που στην εποχή τους θεωρούνταν αιρετικοί, περιθωριακοί ή τα «μαύρα πρόβατα» των κοινωνιών τους. Αν εκείνοι οι άνθρωποι κοιτούσαν μόνο την άνεσή τους και δεν είχαν το θάρρος να εναντιωθούν στα κατεστημένα και την καθεστηκυία τάξη, ο κόσμος μας δεν θα προχωρούσε μπροστά. Η ανθρωπότητα κινείται προς τα εμπρός χάρη σε εκείνους που σκέφτονται ριζοσπαστικά, έξω από τα «κουτιά» που μας επιβάλλονται από τη γέννησή μας και, πάνω απ’ όλα, έξω από τον ατομικισμό.
Δεν κρίνω κανέναν. Κατανοώ απόλυτα, για παράδειγμα, τους ανθρώπους της μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα που σήμερα διστάζουν να δραστηριοποιηθούν, επειδή έχουν πληρώσει βαρύ τίμημα στο παρελθόν. Αυτό είναι ανθρώπινο. Αλλά αν κανείς δεν αναλάβει το βάρος να συγκρουστεί με το κατεστημένο, ο κόσμος δεν αλλάζει. Αυτό που κάνω, δεν το κάνω καταναγκαστικά· το κάνω επειδή το θέλω, επειδή γεμίζει την ψυχή μου. Θέλω να προσφέρω τη δική μου συμβολή για έναν καλύτερο κόσμο, να αφήσω ένα παράδειγμα. Με εμπνέουν οι ιστορικές προσωπικότητες που βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν, αλλά δεν πρόδωσαν τις ιδέες τους για μια άνετη ζωή. Για μένα, η ανθρωπιά βιώνεται ως η φωνή της αλήθειας που αρνείται να σιωπήσει μπροστά στην αδικία.
Φυσικά, η πραγματικότητα στην Ελλάδα δεν είναι μονοδιάστατη. Υπάρχουν πολλά επίπεδα και γεωγραφικές διαφορές – για παράδειγμα, το περιβάλλον στη Βόρεια Ελλάδα και στη γενέτειρά μου, τη Θεσσαλονίκη, είναι προφανώς πιο φορτισμένο με εντάσεις και πιο αυστηρό γύρω από το Μακεδονικό ζήτημα, σε σύγκριση με το πιο ανεκτικό περιβάλλον της Αθήνας, όπου ζω τα τελευταία χρόνια. Εντούτοις, η κυρίαρχη άποψη στην ελληνική κοινωνία παραμένει ξεκάθαρα εχθρική απέναντί μου.
Για τη συντριπτική πλειονότητα του κόσμου, το να μιλάει κανείς ανοιχτά για αυτό το θέμα θεωρείται ακόμη αδιανόητο. Έχω βιώσει ατέρμονες, μάταιες συζητήσεις, λεκτικές επιθέσεις και κατηγορίες ότι «τα παίρνω από τα Σκόπια», ότι είμαι «κατάσκοπος» ή, στην καλύτερη περίπτωση, ένας «αφελής» που παρασύρθηκε από την προπαγάνδα. Τα πράγματα έφτασαν στα άκρα όταν μπήκα στο στόχαστρο εθνικιστικών ιστοσελίδων, οι οποίες αναδημοσίευσαν ένα βίντεο με το ποίημά μου «Τη γλώσσα μού πήραν – μακεδονική» (το οποίο ανοίγει έναν ανατρεπτικό διάλογο με τον Ελύτη). Μετά από αυτό, δέχτηκα ακόμη και διαδικτυακές απειλές για τη ζωή μου. Έχω ζήσει τη διακοπή σχέσεων, τη ρήξη μακροχρόνιων φιλιών, ακόμα και τη διατάραξη συγγενικών δεσμών.
Παράλληλα, όμως, υπάρχουν και άνθρωποι με ανοιχτό μυαλό, πρόθυμοι να ακούσουν. Πολλοί φίλοι μου, αν και στην αρχή ήταν αδιάφοροι για τη μακεδονική ιστορία, μέσα από τις συζητήσεις μας κατάλαβαν καλύτερα τα πράγματα και άλλαξαν οπτική γωνία. Το πληρώνω ακριβά αυτό, το ξέρω, αλλά επέλεξα συνειδητά να μη μείνω βουβός.
Αυτές τις μέρες βρίσκεστε ξανά στη Μακεδονία για να παρουσιάσετε το τελευταίο σας βιβλίο με τίτλο «Λύση συμβολαίου», που κυκλοφορεί στη μακεδονική και την ελληνική γλώσσα από τον εκδοτικό οίκο «Matica Makedonska». Σύμφωνα με τις πληροφορίες, το βιβλίο είναι ποιητικό και ο τίτλος αποτελεί μια μεταφορά για κάποιες ψυχικές καταστάσεις, αλλά ο πρώτος συνειρμός στο δικό μας περιβάλλον παραπέμπει και πάλι σε πολιτικό πλαίσιο, δεδομένης της περίφημης Συμφωνίας των Πρεσπών. Ωστόσο, υπάρχει κάποια διπλή σημασία στον τίτλο και, πέρα από το ποιητικό, κρύβεται και κάποιο πολιτικό μήνυμα;
Η αλήθεια είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν είχα στο μυαλό μου τη Συμφωνία των Πρεσπών όταν επέλεγα τον τίτλο, παρά τη γλωσσική σύμπτωση. Κατανοώ απόλυτα γιατί το μακεδονικό κοινό κάνει αυτόν τον συνειρμό, καθώς στη μακεδονική γλώσσα η λέξη «договор» χρησιμοποιείται και για τις δύο έννοιες. Στα ελληνικά όμως, η διαφορά είναι ξεκάθαρη: η περίπτωση των Πρεσπών είναι «Συμφωνία» (Согласнοст), ενώ ο τίτλος του βιβλίου μου αναφέρεται στο «Συμβόλαιο» (Договор/Контракт).
Για μένα, αυτή η έννοια είναι καθαρά βιωματική και ψυχαναλυτική. Έχω κάνει τεράστια θεραπευτική δουλειά με τον εαυτό μου και η ποίησή μου γεννιέται ακριβώς τις στιγμές που έρχομαι αντιμέτωπος με το προσωπικό και οικογενειακό μου τραύμα. Αναφέρομαι σε εκείνο το αόρατο, μεταφορικό «συμβόλαιο» που υπογράφεται ερήμην της έγκρισής μας όταν είμαστε παιδιά –ιδιαίτερα κάποια πολύ πληγωμένα παιδιά, όπως υπήρξα κι εγώ– με σκοπό να επιβιώσουμε σε ένα τραυματικό ή αυταρχικό περιβάλλον. Για να σωθούμε από τη βία, την απόρριψη ή την εγκατάλειψη, επιστρατεύουμε μηχανισμούς άμυνας: καταστέλλουμε τις επιθυμίες και τις αυθεντικές μας επιδιώξεις. Αυτό το συμβόλαιο της σιωπής και της υποταγής έρχομαι να καταγγείλω (να λύσω) με αυτό το βιβλίο.
Όμως, ακριβώς εδώ έγκειται και η βαθιά σύνδεση μεταξύ του ατομικού και του συλλογικού τραύματος. Μελετώντας την ιστορία του μακεδονικού λαού, αναγνώρισα την ίδια ακριβώς κατάσταση: έναν συλλογικό εξαναγκασμό στην αορατότητα και τη σιωπή, μια επιβολή καταστολής της ταυτότητας και της γλώσσας χάριν μιας τεχνητής ισορροπίας.
Επομένως, η «Λύση συμβολαίου» δεν κρύβει ένα στενά πολιτικό μήνυμα, αλλά αποτελεί ένα οικουμενικό και βαθιά ανθρώπινο μανιφέστο. Είναι ένα κάλεσμα να λύσουμε κάθε συμβόλαιο που μας δεσμεύει στην καταπίεση. Γύρω μας υπάρχουν πολλά τέτοια μεταφορικά συμβόλαια: το κοινωνικό συμβόλαιο που θέλει έναν άνθρωπο να αποδέχεται τη φτώχεια και την ταπείνωση ως πεπρωμένο, ή το συμβόλαιο μιας κακοποιημένης γυναίκας παγιδευμένης σε έναν γάμο. Θέλω με το έργο μου να δείξω ότι αυτά τα συμβόλαια δεν είναι θεόσταλτα. Μπορούμε και πρέπει να τα καταδικάσουμε, να τα λύσουμε και να κερδίσουμε την ελευθερία μας.
Προφανώς δεν μπορούμε να αποφύγουμε το πολιτικό πλαίσιο σε αυτή τη συνέντευξη, αν και είστε πρωτίστως ποιητής. Μπορεί όμως στις μέρες μας η ποίηση να παραμείνει απρόσβλητη, ανέγγιχτη από το πλαίσιο της καθημερινότητας, η οποία αναμφίβολα είναι πολιτικοποιημένη;
Θέλω να δηλώσω με απόλυτη σαφήνεια ότι για μένα τα πάντα είναι πολιτική. Δυστυχώς, η λέξη «πολιτική» έχει παρεξηγηθεί βαθιά, τόσο στη χώρα μου όσο και παντού. Συνδέεται στενά και αποκλειστικά με τα πολιτικά κόμματα και τις αποφάσεις των επαγγελματιών πολιτικών. Όμως, η πολιτική είναι μια πολύ ευρύτερη έννοια: κάθε στάση μας απέναντι στο συλλογικό, απέναντι στην κοινωνία και στον συνάνθρωπο, είναι μια πολιτική στάση.
Τίποτα δεν μπορεί να μείνει έξω από την πολιτική. Όπως είχε πει ο μεγάλος Γερμανός ποιητής και δραματουργός Μπέρτολτ Μπρεχτ, εκείνοι που λένε ότι είναι κατά της πολιτικής, στην πραγματικότητα είναι υπέρ της πολιτικής που τους επιβάλλεται. Δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς πολιτική άποψη, ακόμα κι αν ο ίδιος πιστεύει το αντίθετο. Όλοι μεγαλώνουμε μέσα σε συγκεκριμένα εκπαιδευτικά συστήματα, δεχόμαστε ερεθίσματα από τα μέσα ενημέρωσης και την κοινωνία, τα οποία διαμορφώνουν τη σκέψη μας.
Για παράδειγμα, σήμερα στην Ελλάδα πολλοί νέοι άνθρωποι μπορεί να θυμούνται ελάχιστα από συγκεκριμένες ιστορικές ημερομηνίες ή να μπερδεύουν τις εθνικές επετείους. Αν όμως τους ρωτήσετε τη γνώμη τους για τους Τούρκους, η πλειονότητα θα σας απαντήσει με βεβαιότητα ότι «ο τουρκικός λαός είναι επικίνδυνος, μας έκανε κακό κι εμείς δεν τους πειράξαμε ποτέ», χωρίς ωστόσο να μπορούν να στηρίξουν την άποψή τους με σοβαρά επιχειρήματα. Αυτή η πεποίθηση αποτελεί μια καθαρά πολιτική στάση. Κανένας δεν γεννήθηκε μισώντας έναν άλλον λαό· αυτή η αντίληψη διαμορφώθηκε ασυνείδητα από το περιβάλλον του. Ακόμα και η απάθεια ή η δήθεν ουδετερότητα συνιστούν πολιτική θέση.
Γι’ αυτόν τον λόγο, η τέχνη, και ιδιαίτερα η ποίηση, δεν μπορεί να ζει σε έναν αποστειρωμένο γυάλινο πύργο. Δεν πιστεύω στο δόγμα «η τέχνη για την τέχνη». Η ποίηση αποτελεί κομμάτι της κοινωνικής έκφρασης, και καθετί που εκφράζει την κοινωνία είναι νομοτελειακά πολιτικό. Γράφοντας και μεταφράζοντας σε μια γλώσσα που ορισμένοι θέλουν να θεωρούν «ανύπαρκτη», προβαίνω σε μια βαθιά πολιτική πράξη υπεράσπισης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Εμμένετε στην πρόθεσή σας να τελειοποιήσετε τη μακεδονική γλώσσα, παρόλο που στην Ελλάδα «ναυάγησε» ακόμη και εκείνη η σεμνή, αλλά προφανώς επίπονη προσπάθεια να λειτουργήσει τουλάχιστον ένα διαδικτυακό σχολείο για την εκμάθηση των βασικών της στοιχείων. Αισθάνεστε καμιά φορά σαν Δον Κιχώτης στο περιβάλλον σας;
Είναι αλήθεια ότι εντός της Ελλάδας δεν υφίσταται πλέον κανένας θεσμικά αναγνωρισμένος φορέας ούτε καν κάποια ιδιωτική πρωτοβουλία πια, μέσω της οποίας θα μπορούσε κανείς να διδαχθεί επίσημα τη μακεδονική γλώσσα. Όλες οι προσπάθειες που έγιναν, δυστυχώς, προσέκρουσαν σε δικαστικά και θεσμικά εμπόδια. Υπό αυτό το πρίσμα, ναι, η μοναξιά που βιώνει κανείς είναι δεδομένη.
Ωστόσο, δεν θα έλεγα ότι αισθάνομαι σαν Δον Κιχώτης. Ο Δον Κιχώτης είναι ένας τραγικός ήρωας που μάχεται με φανταστικούς ανεμόμυλους, κυνηγώντας μια ουτοπία. Αυτό που κάνω εγώ δεν είναι ουτοπία· έχει πραγματική υπόσταση και αντίκτυπο. Όπως προανέφερα και στην πρώτη μου απάντηση, πιστεύω βαθιά ότι συμμετέχω στον ρου της ιστορίας. Κάποιοι άνθρωποι πρέπει να βγουν μπροστά, να συγκρουστούν με το κατεστημένο και να δώσουν το σύνθημα, την πρώτη σπίθα, ώστε να ακολουθήσουν κι άλλοι στο μέλλον.
Και τα αποτελέσματα αυτού του αγώνα είναι ήδη ορατά, έστω και σε μικρή κλίμακα. Πρόσφατα, για παράδειγμα, ένας πολύγλωσσος άνθρωπος στην Ελλάδα που αγαπά τις βαλκανικές γλώσσες, βλέποντας το έργο και τις αναρτήσεις μου, εμπνεύστηκε και μου ζήτησε να τον βοηθήσω με μαθήματα για να μάθει τη μακεδονική γλώσσα. Η αγάπη του για τη γλώσσα γεννήθηκε μέσα από το δικό μου παράδειγμα.
Αυτές οι περιπτώσεις μπορεί προς το παρόν να αποτελούν την εξαίρεση, αλλά για μένα είναι μια πανέμορφη δικαίωση. Δεν πολεμώ με ανεμόμυλους· φυτεύω σπόρους που έχουν ήδη αρχίσει να βλασταίνουν.
Ή μήπως το παράδειγμά σας μετατόπισε κάποια στερεότυπα και μείωσε κάποιους φόβους απέναντι στη μακεδονική γλώσσα εντός του ελληνικού πολιτιστικού περιβάλλοντος;
Η απάντηση εδώ είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, οφείλω να είμαι ειλικρινής: ο λογοτεχνικός κόσμος στην Ελλάδα λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ως μια κλειστή κοινότητα που ευθυγραμμίζεται με την επίσημη εθνική γραμμή. Ακόμη και δημιουργοί που αυτοπροσδιορίζονται ως προοδευτικοί, στην πλειονότητά τους δεν ρισκάρουν να θέσουν σε κίνδυνο την καριέρα, τη φήμη ή την ηρεμία τους για να συνδεθούν με τη μακεδονική γλώσσα. Η κυρίαρχη στάση της συντριπτικής πλειονότητας του λογοτεχνικού κατεστημένου απέναντί μου παραμένει η καχυποψία ή η αδιαφορία.
Μάλιστα, βίωσα και το σκληρό πρόσωπο αυτής της πίεσης, όταν μια προγραμματισμένη λογοτεχνική συνεργασία και μετάφραση ακυρώθηκαν απότομα. Αφορούσε το έργο μιας Ελληνοκύπριας εκπαιδευτικού και συγγραφέως, η οποία αρχικά δεν είχε κανένα πρόβλημα με τη μακεδονική γλώσσα. Όταν όμως δημοσιεύτηκαν τα ποιήματά της, παρενέβησαν αμέσως ακαδημαϊκοί και εκπαιδευτικοί κύκλοι, ασκώντας έντονη εθνικιστική κριτική και χειραγώγηση, προειδοποιώντας την ότι αν συνεχίσει, θα στοχοποιηθεί και θα γίνει «μαύρο πρόβατο» στην εκπαιδευτική κοινότητα της Κύπρου.
Από την άλλη πλευρά, όμως, υπάρχουν και φωτεινές εξαιρέσεις που λειτουργούν σχεδόν καρμικά. Όταν δημοσιοποίησα αυτό το περιστατικό λογοκρισίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η ανάρτηση είχε τεράστια απήχηση. Μέσα από αυτή την αντίδραση με ανακάλυψε ο Έλληνας λόγιος Δημήτρης Αργυρίου. Είναι ένας άνθρωπος με πραγματικά ανοιχτό μυαλό, με τον οποίο συνεργάζομαι αυτή τη στιγμή, μεταφράζοντας το έργο του «Πετρογραφία» στα μακεδονικά – μια συλλογή που δεν έχει μεταφραστεί σε καμία άλλη γλώσσα και πρόκειται να κυκλοφορήσει από τον εκδοτικό οίκο «Matica Makedonska». Η ακύρωση μιας συνεργασίας λόγω φόβου γέννησε μια νέα, ελεύθερη συνεργασία.
Παράλληλα, η παρουσία μου σε μεγάλα διεθνή φεστιβάλ, όπως οι Βραδιές Ποίησης της Στρούγκας, και ο αντίκτυπος που είχαν οι δημοσιεύσεις μου, έδωσαν το έναυσμα και σε άλλους ανθρώπους του λόγου να με πλησιάσουν. Υπάρχουν ήδη μεμονωμένες, αλλά πολύτιμες προτάσεις από δημιουργούς που επιθυμούν να μεταφραστούν τα έργα τους στα μακεδονικά και να δημοσιευτούν σε λογοτεχνικά περιοδικά.
Τα στερεότυπα δεν γκρεμίζονται από τη μια μέρα στην άλλη και οι αντιστάσεις είναι ισχυρές. Όμως, το δικό μου παράδειγμα δίνει πλέον ώθηση σε σκεπτόμενους δημιουργούς να σπάσουν τον φόβο και να επιδιώξουν μια αυθεντική πολιτισμική επικοινωνία.
Έχετε ήδη μια στέρεη εμπειρία από την επικοινωνία σας με το μακεδονικό πολιτιστικό περιβάλλον… Είστε ικανοποιημένος από αυτή την επαφή; Πιστεύετε ότι ο μακεδονικός και ο ελληνικός πολιτισμός θα μπορέσουν να επικοινωνήσουν αυθόρμητα χωρίς πολιτικές συμφωνίες, ή έστω και μετά τη «λύση του συμβολαίου»;
Όσον αφορά την επικοινωνία μου με το μακεδονικό πολιτιστικό περιβάλλον, οι εντυπώσεις μου είναι απολύτως εξαιρετικές. Είμαι βαθύτατα ικανοποιημένος. Γνώρισα σπουδαίους δημιουργούς, υπέροχους ανθρώπους και νιώθω ότι άνοιξε μπροστά μου ένας πανέμορφος κόσμος, γεμάτος ζεστασιά και αυθεντικό σεβασμό.
Αν όμως κοιτάξουμε τη γενικότερη κατάσταση που εξακολουθεί να επικρατεί στην Ελλάδα, βλέπουμε ότι το «συμβόλαιο» στο οποίο αναφέρεστε δεν έχει ακόμη λυθεί: παρά την αύξηση των πολιτιστικών ανταλλαγών σε σύγκριση με το παρελθόν, η κατάσταση παραμένει περίπλοκη και γεμάτη αντιφάσεις.
Χαρακτηριστικό είναι ένα πρόσφατο περιστατικό που συνέβη μετά το πέρας μιας εκδήλωσης για μια ανθολογία σύγχρονων Ελλήνων ποιητών στη μακεδονική γλώσσα. Μετά την παρουσίαση, συζητούσα με έναν από τους μεταφρασμένους ποιητές της έκδοσης, ο οποίος ήθελε ειλικρινά να μάθει περισσότερα πράγματα για τη μακεδονική γλώσσα. Τότε με πλησίασε μια άλλη ποιήτρια από την ίδια ανθολογία και μου είπε με πολύ απότομο και επιθετικό ύφος: «Σταμάτα να αποκαλείς αυτή τη γλώσσα μακεδονική. Σκοπιανά λέγονται». Το τρομερό σε αυτή την ιστορία είναι ότι η ίδια η δημιουργός είχε αποδεχτεί συνειδητά να μεταφραστεί το έργο της στα μακεδονικά –όπου η γλώσσα αναγραφόταν φυσικά έτσι στην ανθολογία– και μάλιστα ταξίδεψε η ίδια στη Μακεδονία για την εκεί παρουσίαση.
Αυτό αναδεικνύει τη σκληρή πραγματικότητα και συνδέεται με μια μερίδα δημιουργών στην Ελλάδα: επιθυμούν απλώς να διαδοθεί το έργο τους και να αποκτήσουν διεθνή ορατότητα, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι αγαπούν τη γλώσσα. Αντίθετα, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Υπάρχει μια τεράστια αντίφαση ανάμεσα στην επιδίωξη για προσωπική προβολή μέσω των μεταφράσεων και στην ετοιμότητα για ειλικρίνεια και αναγνώριση της ετερότητας.
Παρόμοια πολυπλοκότητα παρατηρείται και στη διαχείριση της μακεδονικής λογοτεχνίας στην ελληνική αγορά. Σημαντικά έργα που έχουν διαγράψει εξαιρετική διεθνή πορεία, όταν μεταφράζονται στα ελληνικά, συχνά δεν τυγχάνουν της απαραίτητης προώθησης από τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους, οι οποίοι λειτουργούν με καθαρά εμπορικά κριτήρια, με αποτέλεσμα τα έργα αυτά να σαμποτάρονται και να παραμένουν στην αφάνεια.
Στον αντίποδα αυτής της εμπορευματοποιημένης προσέγγισης, ευτυχώς υπάρχει μια μερίδα της προοδευτικής σκέψης στην Ελλάδα που προσεγγίζει πολύ περισσότερο τον μακεδονικό πολιτισμό. Πρόκειται για μια μικρή, αλλά εξαιρετικά δραστήρια και πολύτιμη μειοψηφία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν περιοδικά και εκδοτικοί οίκοι όπως η Θράκα (Трака), το Ένεκεν (Енекен) και άλλοι, όπου οι άνθρωποι που τα διευθύνουν δείχνουν πραγματικό ενδιαφέρον για τη μακεδονική λογοτεχνία και στηρίζουν την ουσιαστική πολιτιστική ανταλλαγή.
Συμπερασματικά, ο πολιτισμός μεταξύ των δύο χωρών δεν μπορεί ακόμη να επικοινωνήσει ελεύθερα και αυθόρμητα. Όσο το μεγάλο εκδοτικό κατεστημένο καθοδηγείται από το οικονομικό όφελος, την υποκρισία και τον φόβο της στοχοποίησης, οι πραγματικές πολιτιστικές γέφυρες θα παραμένουν περιορισμένες και θα στηρίζονται αποκλειστικά σε αυτούς τους ζωντανούς πυρήνες και στις ελάχιστες εξαιρέσεις που τολμούν να κάνουν το πρώτο βήμα.
Γιασμίνκα Πάβλοφσκα
Δημοσιεύτηκε αρχικά εδώ:
*Τη μετάφραση από τα μακεδονικά έκανε ο Σωτήρης Μηνάς.
