Ίδιοι Άνθρωποι, Δύο Ταυτότητες: Η Σιωπηλή διάσπαση της Μακεδονίας

Γράφει ο Σωτήρης Μηνάς

Το αόρατο τείχος της άρνησης: Η σιωπηλή ανθρωπογεωγραφία της Μακεδονίας


Όταν μεγαλώνεις στο ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας, μαθαίνεις να ζεις μέσα σε ένα αόρατο τείχος άρνησης. Η επίσημη κρατική προπαγάνδα, μέσα από τα σχολεία και την τηλεόραση, μας έμαθε ένα απλό παραμύθι: Από πάνω μας ζει ένας ξένος, εχθρικός λαός χωρίς την παραμικρή σχέση με εμάς, τους «από κάτω», οι οποίοι είμαστε οι γνήσιοι και αμόλυντοι απόγονοι της αρχαιότητας. Όταν όμως αποφασίσει κανείς να ερευνήσει χωρίς παρωπίδες τη ζωντανή ανθρωπογεωγραφία της Βόρειας Ελλάδας και να κοιτάξει μακριά από όσα του έχουν φυτέψει με τόση μεθόδευση στο κεφάλι, το αφήγημα καταρρέει.


Η ουσία της ανθρωπολογικής πραγματικότητας στη Μακεδονία σπάει κάθε προπαγάνδα. Από τη μία πλευρά των συνόρων, στη Βόρεια Μακεδονία, ζουν σύμφωνα με προσεκτικές εκτιμήσεις περίπου 350.000 έως 400.000 (παραπάνω από το ένα τρίτο των εθνοτικά Μακεδόνων της χώρας) που κατάγονται, είτε ολικά είτε μερικά, από ξεριζωμένους του νότου διαφόρων κυμάτων, με σημαντικότερο τους Μακεδόνες αντάρτες του εμφυλίου και τα μακεδονόπουλα που πήρε μαζί του ο ΔΣΕ. Στην Ελλάδα, ζουν περίπου ένα εκατομμύριο εθνικά Έλληνες με την ίδια ακριβώς σλαβική καταγωγή, ολική ή μερική. Μιλάμε για μια τεράστια πληθυσμιακή μάζα και στις δύο χώρες, η οποία ανήκει στην ίδια ιστορική και βιολογική οικογένεια.


Ίδιο αίμα, δύο “φυλές”: Η παράνοια της εθνικής ταυτότητας
Η πιο τραγική πτυχή αυτής της τεχνητής αλλοτρίωσης συμπυκνώνεται στις χωρισμένες οικογένειες. Σκεφτείτε τον Γιάννη. Οι γονείς του και ο ίδιος είναι από ένα χωριό της Φλώρινας, έχουν σλαβική καταγωγή, νιώθουν Μακεδόνες, μέλη της μακεδονικής μειονότητας, και φυσικά έχουν ελληνικό —για την ακρίβεια εξελληνισμένο— επίθετο. Ο Γιάννης έχει πρώτα ξαδέρφια που, λόγω της εμπλοκής του θείου του στον εμφύλιο, γεννήθηκαν στα Μπίτολα με σλαβική κατάληξη στο επίθετό τους. Έχουν το ίδιο αίμα, τους ίδιους παππούδες.


Για το ελληνικό κράτος όμως, ο Γιάννης —επειδή έχει ελληνική ταυτότητα— βαφτίζεται αυτόματα «100% Έλληνας και απόγονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου». Όταν ο Γιάννης εκφράζει τη μακεδονική εθνική συνείδησή του, το σύστημα τον βγάζει αμέσως «ανθέλληνα», «φιλοσκοπιανό» πράκτορα κ.τλ. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι ένας «δικός μας γνήσιος Έλληνας που παρασύρθηκε από τη σκοπιανή προπαγάνδα, έγινε γενίτσαρος κτλ» και σε ουδεμία περίπτωση έχει βιολογική σχέση με τους «εχθρούς» Σλάβους. Την ίδια στιγμή, τα πρώτα του ξαδέρφια, που μιλούν την ίδια γλώσσα και έχουν τόσο στενή συγγένεια, θεωρούνται από την ελληνική προπαγάνδα ως «εκ φύσεως ξένοι, Σκοπιανοί, Σλάβοι, Βούλγαροι κ.τλ.» που δεν έχουν κανένα δικαίωμα σε προγονολατρίες.


Όταν προσπαθείς να ανοίξεις αυτή τη συζήτηση με ανθρώπους, η αντίδραση είναι επιθετική. «Τον πατέρα μου δεν θα τον ξαναναφέρεις όταν μιλάς για αυτά!», σου λένε με απότομο ύφος. Είναι ο καθαρός, αρχέγονος τρόμος του κοινωνικού στίγματος. Η τρίτη γενιά απογόνων σλαβόφωνων στην Ελλάδα λειτουργεί ως χωροφύλακας του εαυτού της: επιβάλλει τη σιωπή για να προστατεύσει το «γνήσιο αρχαίο ελληνικό αίμα» της οικογένειάς της.


Η αποποίηση της “σλαβικότητας”
Αν ρωτήσεις έναν μέσο Θεσσαλονικιό της γενιάς μου για την καταγωγή του, η πιο συνηθισμένη απάντηση είναι: «Ο ένας μου γονιός είναι από πρόσφυγες —Πόντιος, Θρακιώτης, Μικρασιάτης κ.λπ.— και ο άλλος ντόπιος». Με τη λέξη «ντόπιος», στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων, η αναφορά είναι σε σλαβόφωνους, καθότι πριν από την έλευση των προσφύγων και τους Βαλκανικούς Πολέμους, το μετέπειτα ελληνικό τμήμα της Μακεδονίας κατοικούνταν στο μεγαλύτερο ποσοστό της από σλαβόφωνους πληθυσμούς.

Παρά τα κύματα βίαιου εκπατρισμού (1913, 1925, 1945–1949, μετεμφυλιακή περίοδος), ένα τεράστιο μέρος αυτών των ανθρώπων παρέμεινε στην Ελλάδα. Μέσα από τρεις και τέσσερις γενιές μεικτών γάμων με Πόντιους, Μικρασιάτες, Θρακιώτες ή ελληνόφωνους γηγενείς, αυτή η σλαβική ρίζα απλώθηκε παντού. Σήμερα, αν υπολογίσει κανείς όσους έχουν έστω και μερική σλαβική καταγωγή, οι κάτοικοι του ελληνικού κράτους με σλαβική ρίζα πιθανότατα ξεπερνούν το ένα εκατομμύριο ανθρώπους — και αυτό με ιδιαίτερα συντηρητικές εκτιμήσεις. Στην συντριπτική τους πλειοψηφία πρόκειται για εθνικά Έλληνες, με εξαίρεση βέβαια εκείνους που διατηρούν ζωντανή την εθνική μακεδονική τους συνείδηση και συγκροτούν τη μακεδονική μειονότητα στην Ελλάδα.

Η γλώσσα που μιλούσαν οι πατεράδες ή οι παππούδες αυτών των ανθρώπων —ή ακόμη και οι ίδιοι, καθώς υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες ομιλητές της μακεδονικής γλώσσας ακόμη και σήμερα— στερείται ακόμη και του ονόματός της στην Ελλάδα. Την αποκαλούν απλά «ντόπια». Γύρω από αυτή τη γλώσσα, οι ίδιοι οι ομιλητές ή οι απόγονοί τους έχουν επιστρατεύσει απίστευτους μύθους. Λειτουργώντας με καθαρή ψυχολογική άμυνα, προσπαθούν να δικαιολογηθούν ότι η γλώσσα αυτή δεν τους αφαιρεί ίχνος ελληνικότητας.


Ακούς τις πιο εξωφρενικές εξηγήσεις: «Είναι ένα μείγμα γλωσσών, δεν είναι κανονική γλώσσα». Ή το ακόμα πιο σουρεαλιστικό: «Την εφηύραν οι πρόγονοί μας επί Τουρκοκρατίας σαν κρυφό κώδικα για να μην τους καταλαβαίνουν οι Τούρκοι». Άλλοι λένε: «Φταίει η Κατοχή του ’41, άκουγε η γιαγιά τους τους Βούλγαρους στρατιώτες και την έμαθε» —λες και μια γλώσσα μαθαίνεται παθητικά σε τρία χρόνια.


Την ίδια στιγμή, εντεταλμένοι του κράτους και «φιλόλογοι» προσπαθούν με έναν ακαδημαϊκοφανή τρόπο να αποδείξουν ότι η γλώσσα έχει ομηρική καταγωγή. Το αποκορύφωμα της παράνοιας είναι ο ισχυρισμός ότι «τα δικά μας τα ντόπια δεν έχουν καμία σχέση με τα σκοπιανά». Πρόκειται για μια απόλυτη άρνηση της πραγματικότητας. Τρέμουν να παραδεχτούν ότι η γλώσσα του «εχθρού» είναι η γλώσσα με την οποία τους κοίμιζε η γιαγιά τους τα βράδια. Αν το κάνουν, θα νιώσουν ότι καταρρέει η ελληνικότητά τους, έτσι όπως τους τη δίδαξαν στο σχολείο.
Ή διαστροφή της πραγματικότητας για χάρη του εθνικού προνομίου

Όταν η πραγματικότητα συγκρούεται με το εθνικό αφήγημα, η ιστορία ξαναγράφεται στις μνήμες των ανθρώπων για να βολεύει. Αν ρωτήσεις για κάποιον μακρινό πρόγονο που έφυγε το 1913 ή το 1925 για τη Σερβική Μακεδονία ή τη Βουλγαρία, η απάντηση είναι έτοιμη: «Τον πήραν οι Βούλγαροι, τον ξεγέλασαν, τον παρασύρανε». Αφαιρείται κάθε προσωπική βούληση από τον πρόγονο, ώστε να μείνει αμόλυντη η σημερινή ελληνικότητα της οικογένειας.


Ακόμα και τα μεγάλα ιστορικά εγκλήματα δικαιολογούνται με σοκαριστική ευκολία. Όταν συζητάς για το διάταγμα του 1982, το οποίο επέτρεψε τον επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου «μόνο στους Έλληνες το γένος» —αποκλείοντας βίαια εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους και τους απογόνους τους— ακούς ακόμα και από πρώην συγχωριανούς τους τη φράση: «Καλά τους κάνανε, ας δήλωναν Έλληνες για να γυρίσουν». Ο άνθρωπος ταυτίζεται με τον θύτη (το κράτος), προτιμώντας να νομιμοποιήσει την αδικία παρά να παραδεχτεί το έγκλημα.


Η αλήθεια που σπάει τα σύνορα

Τα σύνορα, οι πόλεμοι και η εθνικιστική νοοτροπία ενός κράτους που ειδικεύεται στην παραχάραξη και τη διαστρέβλωση της ιστορίας κατά το δοκούν, κατάφεραν να χωρίσουν τις συνειδήσεις. Επέβαλαν διαφορετικές ταυτότητες στην ίδια εθνογλωσσική οικογένεια. Όμως οι ρίζες παραμένουν κοινές, βαθιές και ζωντανές. Η αναγνώριση αυτής της κοινής ρίζας είναι το πρώτο και αναγκαίο βήμα για να νικήσει η αλήθεια τον φόβο.

Σχολιάστε